Τι φέρνει δημοσιονομικά το 2020

Νέος χρόνος, νέες σημαντικές προκλήσεις για τη οικονομία. Και στο πεδίο
της ανάπτυξης και των μεταρρυθμίσεων, αλλά και στο δημοσιονομικό «μέτωπο». Ας
δούμε καταρχήν που μας άφησε δημοσιονομικά το έτος που έφυγε. Το δεύτερο
εξάμηνο του 2019, μετά τις ευρωεκλογές και τις πρόωρες εθνικές εκλογές,
περιορίστηκε σημαντικά το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, όπως
αποτυπώθηκε στη ραγδαία αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών
ομολόγων.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Σύμφωνα και με τις επισημάνσεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), η
καθοδική πορεία των αποδόσεων είχε ξεκινήσει από το πρώτο τετράμηνο του έτους
και είχε επιτρέψει την άντληση από τις αγορές 2,5 δισ. ευρώ τον Φεβρουάριο,
μέσω έκδοσης 5ετούς ομολόγου με σταθερό επιτόκιο 3,6%, και επιπλέον 2,5 δισ.
ευρώ τον Μάρτιο, μέσω έκδοσης ομολόγου 10ετούς διάρκειας με σταθερό επιτόκιο
3,875%. Ωστόσο, η αποκλιμάκωση των αποδόσεων είχε ανακοπεί το Μάιο λόγω της
υιοθέτησης της δέσμης επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων, που δημιούργησε
αβεβαιότητα ως προς την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων το 2019 και τα
επόμενα χρόνια, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς εξελίξεις στο διεθνές επενδυτικό
περιβάλλον.

Ενδεικτική είναι η μείωση της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου του
Ελληνικού Δημοσίου κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 2019, η οποία από
περίπου 3,5% στα μέσα Μαΐου έφθασε το 1,17% στο τέλος Οκτωβρίου. Αντίστοιχα,
μειώθηκε αισθητά και η διαφορά της απόδοσης (spread) του ελληνικού δεκαετούς
ομολόγου έναντι του αντίστοιχου γερμανικού και περιορίστηκε σημαντικά η σχετική
απόσταση από τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης.

Στις ευνοϊκές αυτές εξελίξεις κατά το δεύτερο εξάμηνο όσον αφορά το
εγχώριο οικονομικό περιβάλλον εκτιμάται ότι συνετέλεσαν, μεταξύ άλλων, η μικρής
διάρκειας προεκλογική περίοδος, η δέσμευση της νέας κυβέρνησης στην τήρηση των
συμφωνημένων στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας και η υιοθέτηση ενός
αναπτυξιακού μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.Παράλληλα, ο οίκος πιστοληπτικής
αξιολόγησης Standard & Poor’s προχώρησε στην αναβάθμιση του μακροπρόθεσμου
αξιόχρεου της Ελλάδος κατά μία βαθμίδα.Το Νοέμβριο ολοκληρώθηκε η διαδικασία
για την πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δανείου του ΔΝΤ, ύψους 2,7 δισ. ευρώ, από
τις πρόσφατες εκδόσεις ελληνικών ομολόγων. Η ενέργεια αυτή επιφέρει μείωση των
δαπανών για τόκους και αποτελεί ένα θετικό μήνυμα προς τις αγορές για τη
βιωσιμότητα του χρέους.

Από κει και πέρα, η υιοθέτηση της δέσμης επεκτατικών δημοσιονομικών
παρεμβάσεων το Μάιο του 2019 κατέστησε αναγκαία την προσαρμογή των πρωτογενών
δαπανών της γενικής κυβέρνησης, με έμφαση στην περικοπή των επενδυτικών
δαπανών, όπως άλλωστε εκτιμάται και στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού
του 2020, ώστε να επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος το 2019. Σε συνδυασμό με
την καλύτερη από την αναμενόμενη πορεία των εσόδων από ΦΠΑ που παρατηρήθηκε, η
επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου το 2019 θεωρείται ασφαλής. Τόσο τα
εθνικολογιστικά στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2019 όσο και τα διαθέσιμα
στοιχεία για το σύνολο της γενικής κυβέρνησης σε ταμειακή βάση το δεκάμηνο του
2019, προσαρμοσμένα ως προς

τα στοιχεία εσόδων και δαπανών που δεν θα επηρεάσουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα σύμφωνα με τους όρους της ενισχυμένης εποπτείας, είναι συμβατά με την επίτευξη του στόχου. Το 2019 προβλέπεται η δημοσιονομική πολιτική να είναι επεκτατική και να δώσει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα.

Οι προοπτικές

Σύμφωνα με την ΤτΕ, το 2020 προβλέπεται επίτευξη του δημοσιονομικού
στόχου, ως αποτέλεσμα της προβλεπόμενης τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας
από την υιοθέτηση ενός αναπτυξιακού και δημοσιονομικά ουδέτερου μίγματος πολιτικής
με κύρια χαρακτηριστικά την ελάφρυνση του φορολογικού βάρους και την ενίσχυση
των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ειδικότερα, προβλέπεται η υπέρβαση του
δημοσιονομικού στόχου το 2019 και σε μικρότερο βαθμό και το 2020, μέσω της
υιοθέτησης ενός αναπτυξιακού και δημοσιονομικά ουδέτερου μίγματος πολιτικής.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος της γενικής
κυβέρνησης, σύμφωνα με τον ορισμό της ενισχυμένης εποπτείας, ύψους 3,73% του
ΑΕΠ το 2019 και 3,58% του ΑΕΠ το 2020, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ κατ’ έτος.
Για το 2020 προβλέπεται η υιοθέτηση αναπτυξιακών παρεμβάσεων με εκτιμώμενο
δημοσιονομικό κόστος 1,2 δισ. ευρώ, καθώς και παρεμβάσεων βελτίωσης του
δημοσιονομικού αποτελέσματος με ισόποσο εκτιμώμενο δημοσιονομικό όφελος.

Στις κυριότερες αναπτυξιακές παρεμβάσεις του προϋπολογισμού
συγκαταλέγονται η μείωση των συντελεστών της φορολογίας εισοδήματος των φυσικών
και των νομικών προσώπων, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους
εργαζομένους πλήρους απασχόλησης και η θέσπιση επιδόματος 2.000 ευρώ για κάθε
παιδί που γεννιέται. Αντίστοιχα, οι κυριότερες παρεμβάσεις για τη βελτίωση του
δημοσιονομικού αποτελέσματος σχετίζονται με την αύξηση του συντελεστή των
δαπανών μέσω ηλεκτρονικών μέσων πληρωμών στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, τον
εξορθολογισμό του συστήματος προσδιορισμού αξιών ακινήτων και την επισκόπηση
δαπανών και εσόδων της γενικής κυβέρνησης.

Οι παρεμβάσεις στον προϋπολογισμό

Επιπλέον, θεσμοθετήθηκαν και οι φορολογικές παρεμβάσεις του προϋπολογισμού. Ειδικότερα ο σχετικός νόμος προβλέπει μεταξύ άλλων: α) τη μείωση του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος των επιχειρήσεων από 28% σε 24% για το 2019, β) την καθιέρωση εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή 9% (από 22%) για φυσικά πρόσωπα, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες, μισθωτούς και συνταξιούχους και τη μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα των συντελεστών για τα υψηλότερα εισοδήματα, γ) την καθιέρωση χαμηλού φορολογικού συντελεστή 10% για τα αγροτικά συνεταιριστικά σχήματα, δ) τη μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στο 95% του φόρου που προκύπτει για τα νομικά πρόσωπα για το 2018, ε) την αύξηση του αφορολόγητου κατά 1.000 ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο, στ) την απαλλαγή από την εισφορά αλληλεγγύης των ΑμεΑ με ποσοστό αναπηρίας από 80% και άνω, ζ) τη μείωση του ΦΠΑ για τα βρεφικά είδη, τα κράνη των μοτοσικλετιστών και τα παιδικά καθίσματα σε 13% από 24%, η) την αυτοτελή φορολόγηση των stock options με συντελεστή 15%, θ) τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων από 10% σε 5%, ι) την αναστολή της επιβολής ΦΠΑ στις οικοδομές με άδεια από το 2006 και εφεξής, ια) τη χορήγηση έκπτωσης φόρου 40% για δαπάνες σχετικές με την ενεργειακή, λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση κτιρίων, ιβ) την αύξηση του μέγιστου αριθμού των δόσεων της πάγιας ρύθμισης οφειλών σε 24 από 12 και σε ειδικές περιπτώσεις σε 48 από 24, και ιγ) τη θέσπιση κινήτρων προς μισθωτούς, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες και εισοδηματίες προκειμένου να πραγματοποιούν δαπάνες ίσες με το 30% του δηλωθέντος εισοδήματός τους με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

Η σημασία των φορολογικών ελαφρύνσεων

Ειδικά σε ότι αφορά την φορολογική πολιτική, η αλλαγή της σύνθεσης του δημοσιονομικού μίγματος ώστε να γίνει φιλικό προς την ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για την επιτάχυνση και εδραίωση της ανάπτυξης. Η μείωση του φορολογικού βάρους των πολιτών ενισχύει το κίνητρο για εργασία, ενθαρρύνει τις παραγωγικές επενδύσεις και μειώνει την παραοικονομία, με τελικό αποτέλεσμα την αύξηση του εθνικού προϊόντος. Η φορολογική μεταρρύθμιση, με κύριο χαρακτηριστικό τη μείωση του φορολογικού βάρους, έχει αναπτυξιακή διάσταση. Η ΤτΕ επισημαίνει ότι, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι από τις πιο επιβαρυμένες φορολογικά μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.-28.

Οι συντελεστές

Ειδικότερα, ο ανώτατος ονομαστικός (statutory) φορολογικός συντελεστής
εισοδήματος νομικών προσώπων το 2019 ήταν 28%, έναντι μόλις 21,7% κατά μέσο όρο
στις χώρες της Ε.Ε.-28.3 Ομοίως, ο πραγματικός (effective) φορολογικός
συντελεστής 4 που παρέχει μια ακριβέστερη εικόνα του φορολογικού βάρους, ανήλθε
το 2018 σε 27,6%, σχεδόν 8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον αντίστοιχο
συντελεστή (19,8%) για το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ-28. Ειδικότερα, μεταξύ 2008
και 2018, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής αυξήθηκε στην Ελλάδα σχεδόν
κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ την ίδια περίοδο ο αντίστοιχος συντελεστής για
το μέσο όρο των χωρών

της ΕΕ-28 μειώθηκε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα.

Με δεδομένη τη μείωση του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων που
καταγράφεται διεθνώς τα τελευταία χρόνια, η υψηλότερη φορολόγηση των κερδών των
ελληνικών επιχειρήσεων επιδρά ανασταλτικά στην αναπτυξιακή προσπάθεια της
χώρας. Αυξάνει το κόστος συσσώρευσης φυσικού κεφαλαίου, αποδυναμώνει το
επενδυτικό ενδιαφέρον, μειώνει την παραγωγικότητα του κεφαλαίου και τη συνολική
παραγωγικότητα, καθιστά τις επιχειρήσεις λιγότερο ανταγωνιστικές και θέτει σε
κίνδυνο την οικονομική τους βιωσιμότητα. Σύμφωνα με την ΤτΕ, στο πλαίσιο της
συντελούμενης αλλαγής του προσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής και του
δημοσιονομικού μίγματος με σκοπό την προσέλκυση επενδύσεων και την επίτευξη
υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων
αποτελεί προτεραιότητα.

Οι επιχειρήσεις

Και αυτό διότι η υπέρμετρα υψηλή φορολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων
τα τελευταία χρόνια είχε ως συνέπεια την αναστολή λειτουργίας πολλών από αυτές,
καθώς και τη μεταφορά της φορολογικής τους έδρας, ή ακόμη και της παραγωγικής
τους δραστηριότητας, σε άλλες χώρες με ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση. Σε
συνδυασμό μάλιστα με τη χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής
οικονομίας και τους ασθενικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, η υψηλή
φορολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων λειτούργησε ως τροχοπέδη στην προσπάθεια
οικονομικής ανασυγκρότησης. Η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση των ελληνικών
επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια αποθάρρυνε τις επενδύσεις, εμπόδισε την
αναπτυξιακή προσπάθεια, και δεν συνέβαλε στην αύξηση των δημόσιων εσόδων και τη
διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον με έντονο
φορολογικό ανταγωνισμό, ο οποίος εντείνεται καθώς ολοκληρώνεται ο ψηφιακός
μετασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομίας, η υψηλή φορολόγηση των ελληνικών
επιχειρήσεων συνιστά μειονέκτημα για τη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής
οικονομίας. Ο εξορθολογισμός του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων αποτελεί
βασική προτεραιότητα της νέας φορολογικής πολιτικής.

Οι δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις

Η ΤτΕ σημειώνει, ότι η έμφαση της δημοσιονομικής πολιτικής σε μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην τόνωση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να συνεχιστεί και να ενισχυθεί. Για το σκοπό αυτό, απαραίτητη είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου με έντονη αναπτυξιακή διάσταση. Η παρατηρούμενη αναδιάταξη του δημοσιονομικού μίγματος με μείωση των φορολογικών συντελεστών, ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και εξορθολογισμό των δημόσιων δαπανών μέσω της επισκόπησης δαπανών, όπως προβλέπεται στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού 2020, κρίνεται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ευνοϊκές επιδράσεις

Ειδικότερα, και όσον αφορά στη δρομολογούμενη φορολογική μεταρρύθμιση,
εκτιμάται, με βάση σχετική ανάλυση, ότι η εκλογίκευση του φορολογικού βάρους
των επιχειρήσεων, η οποία αποτελεί βασική προτεραιότητα της νέας φορολογικής
πολιτικής, προκαλεί εξαιρετικά ευνοϊκές επιδράσεις τόσο στο ρυθμό αύξησης του
εθνικού προϊόντος όσο και στο πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, η
ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών εκτιμάται ότι θα αυξήσει τα έσοδα από ΦΠΑ.
Όπως έχει επισημανθεί παλαιότερα από την ΤτΕ, η αυξημένη χρήση πλαστικού
χρήματος οδήγησε σε βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης συμβάλλοντας θετικά
στην πορεία των εσόδων ΦΠΑ. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι μια αύξηση κατά 1
ποσοστιαία μονάδα στο μερίδιο της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης που
πραγματοποιείται μέσω καρτών πληρωμών οδηγεί σε αύξηση εσόδων ΦΠΑ κατά 1% λόγω
βελτιωμένης φορολογικής συμμόρφωσης.

Επιπλέον, η αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού με σκοπό την ενίσχυση
της αποτελεσματικότητάς του δύναται επίσης να συμβάλει στην εξοικονόμηση πόρων
που θα επιτρέψουν τη μείωση του φορολογικού βάρους. Στο πλαίσιο αυτό, ο
ψηφιακός μετασχηματισμός της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αναμένεται να
συμβάλει στη βελτίωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος τόσο από την πλευρά των
εσόδων όσο και από την πλευρά των δαπανών. Τα κυριότερα οφέλη αναμένεται να
προέλθουν από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, καθώς και από την καλύτερη
παρακολούθηση του ύψους και της εκτέλεσης των δημόσιων δαπανών. Η καθιέρωση της
ηλεκτρονικής τιμολόγησης και τήρησης βιβλίων και του ηλεκτρονικού
περιουσιολογίου εξυπηρετούν το σκοπό αυτό. Αν μάλιστα οι ενέργειες αυτές
συνδυαστούν με εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων και βελτίωση της
αποτελεσματικότητας του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, τα ευεργετικά αποτελέσματα
επαυξάνονται.

Η ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων

Αντίστοιχα, η ενίσχυση των παραγωγικών επενδύσεων είναι καθοριστικής
σημασίας για την απαραίτητη ώθηση που χρειάζεται η ελληνική οικονομία ώστε να
επανέλθει σε θετικούς και υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η ανακατανομή των δημόσιων
δαπανών υπέρ των επενδύσεων σε υποδομές, η αξιοποίηση των πόρων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και η επέκταση του θεσμού των συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα
(ΣΔΙΤ), ιδίως σε τομείς όπως η παιδεία, η υγεία και η κοινωνική ασφάλιση,
αποτελούν σημαντικά εργαλεία για την άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας της
ελληνικής οικονομίας. Ενισχυτικά προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να
συμβάλει η υιοθέτηση πολιτικών που ενθαρρύνουν την έρευνα και την καινοτομία,
διευκολύνουν τη διάχυση της τεχνολογίας και ενισχύουν την επιχειρηματικότητα.
Επιπλέον, η αποτελεσματική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η άμεση
αντιμετώπιση των προβλημάτων που οδηγούν στη συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών
των φορέων της γενικής κυβέρνησης προς τρίτους θεωρούνται πρωταρχικοί στόχοι
για την ενίσχυση ιδιωτικών επενδύσεων που θα τροφοδοτήσουν έναν ενάρετο κύκλο
ανάπτυξης.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*