Ροή ειδήσεων

Τι μας δίδαξε η 11η Σεπτεμβρίου για το συλλογικό τραύμα (long read)

Το πρωτοφανές μέγεθος των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ προκάλεσε ένα κύμα αγωνίας και αβεβαιότητας σε εκατομμύρια ανθρώπους που επηρεάστηκαν άμεσα και έμμεσα από αυτό το γεγονός. Καθώς οι επιθέσεις αυτές σημειώθηκαν σε μια από τις μεγαλύτερες και πιο πολυπολιτισμικές πόλεις του κόσμου, το τραύμα το βίωσαν συλλογικά, εκατομμύρια άνθρωποι. Το μαζικό ή συλλογικό τραύμα λαμβάνει χώρα όταν ένα γεγονός, ή σειρά γεγονότων, τραυματίζει ψυχολογικά, μεγάλο αριθμό ανθρώπων μέσα σε ένα κοινό χρονικό διάστημα.

«Όταν ο τρόπος που βλέπεις τον εαυτό σου, ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο και ο τρόπος που βλέπεις τους άλλους ανθρώπους συγκλονίζονται και ανατρέπονται από ένα γεγονός, τότε το απλό στρες μετατρέπεται σε τραύμα», λέει ο Ντέιβιντ Τρίκι, ψυχολόγος και εκπρόσωπος του Βρετανικού Συμβουλίου για το Τραύμα.

Το τραύμα δεν είναι απαραίτητα ανάλογο με την ένταση ενός γεγονότος. Ορισμένοι άνθρωποι επεξεργάζονται αυτό που συνέβη καλύτερα από άλλους και, όπως επισημαίνει ο Τρίκι, η νοηματοδότησή μας δεν είναι ομοιόμορφη. Είναι πραγματικά δύσκολο να υπολογίσουμε τι θα είναι τραυματικό για κάποιον».

Ο Τζορτζ Μπονάνο, ειδικός στις ψυχολογικές επιπτώσεις των τραυματικών εμπειριών και καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια, είναι πιο αισιόδοξος απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς.

«Υπάρχει ένας μύθος στον κόσμο της ψυχικής υγείας, ότι τα πράγματα πάνε στραβά και μετά τα διορθώνεις», εξηγεί ο επιστήμονας.

«Προσαρμοζόμαστε διαρκώς καθώς προχωράμε, και όταν συμβαίνει κάτι σημαντικό που μας ταλαιπωρεί, πρέπει και πάλι να συνεχίσουμε να προσαρμοζόμαστε καθώς προχωράμε».

Η κυκλοφορία του νέου του βιβλίου με τίτλο «The End of Trauma: How the New Science of Resilience Is Changing How We Think About PTSD» («Το τέλος του τραύματος: Πώς η νέα επιστήμη της ανθεκτικότητας αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε για το PTSD»), συμπίπτει με την 20ή επέτειο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, τις επιπτώσεις των οποίων διερευνά μέσα από την έρευνά του σε επιζώντες.

Ο Μπονάνο πιστεύει πως η νοοτροπία της ευελιξίας αναπτύσσεται. Γεννιόμαστε με τη δυνατότητα να κάνουμε πολλά πράγματα και με μεγάλη δυνατότητα για ευελιξία. Δεδομένου ότι οι άνθρωποι έχουν μερικούς από τους μεγαλύτερους εγκεφάλους στο ζωικό βασίλειο, έχουν επίσης μεγαλύτερη περίοδο ανάπτυξης. Αυτό που απαιτεί μια τόσο μεγάλη ανάπτυξη, είναι η οργάνωση του εγκεφάλου και για αυτό χρειάζεται ευελιξία. Μαθαίνουμε νέες δεξιότητες, νέους τρόπους να ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας και στη συνέχεια δοκιμάζουμε άλλες δεξιότητες αν δεν αποδίδουν οι προηγούμενες. Γεννιόμαστε με τα εργαλεία και τον εξοπλισμό και μαθαίνουμε καθώς μεγαλώνουμε.

Μπορεί να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να αναπτύξουμε αυτή τη νοοτροπία. Υπάρχουν ωστόσο ενδείξεις ότι η αισιοδοξία, η ικανότητα να βλέπεις τις αρνητικές εμπειρίες ως ευκαιρία για την επίλυση προβλημάτων και η αυτοπεποίθηση στην αντιμετώπισή τους, είναι παράγοντες που λειτουργούν συνεργιστικά στην αντιμετώπιση του τραύματος.

Έτσι, όταν είμαστε πιο αισιόδοξοι, είμαστε πιο ανοιχτοί σε νέες εμπειρίες και αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να έχουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ικανότητά μας να ανταπεξέλθουμε. Εστιάζουμε στη στιγμή και στη συνέχεια είμαστε σε θέση να την αντιμετωπίσουμε.

(AP Photo/Amy Sancetta, File)

Στο βιβλίο του, ο Μπονάνο περιλαμβάνει μαρτυρίες από ερευνητές που βρίσκονταν στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 και επέζησαν.

Όταν οι άνθρωποι βιώνουν ένα τραύμα, το θυμούνται εξαιρετικά καλά, λέει ο Μπονάνο. Μπορεί να είναι μια αποσπασματική ανάμνηση και να αδυνατούν να συνδέσουν όλα τα κομμάτια μαζί, αλλά το θυμούνται. Οι αναλαμπές μνήμης είναι συνήθως πιο διακριτά γεγονότα, όπως όταν οι άνθρωποι άκουσαν ότι σκότωσαν τον Τζον Κένεντι. Η ιδέα της αναλαμπής είναι λίγο παραπλανητική, επειδή αυτό που θυμόμαστε μπορεί να αλλάζει κάθε φορά που το θυμόμαστε. Μπορεί να εδραιωθεί περισσότερο ή μπορεί και να διαστρεβλωθεί.

«Ζητήσαμε από τους ανθρώπους να μοιραστούν τις ιστορίες τους με μεγάλη λεπτομέρεια, λίγο καιρό μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Απλά τους αφήσαμε να μιλήσουν. Στη συνέχεια τους ξανακαλέσαμε περίπου ένα χρόνο αργότερα και τους ζητήσαμε να θυμηθούν και πάλι την εμπειρία τους. Οι άνθρωποι που είχαν υποστεί σοβαρό τραύμα είχαν ουσιαστικά την ίδια ανάμνηση. Οι άνθρωποι που ανάρρωσαν είχαν διαφοροποιήσει τις αναμνήσεις τους. Τις έκαναν λιγότερο επώδυνες, πιθανώς επειδή το σκέφτονταν πολύ, ενώ οι άνθρωποι που είχαν τραυματιστεί, είχαν πάνω κάτω την ίδια ανάμνηση. Δεν τους άρεσε να τη σκέφτονται. Αλλά ξέρουν ότι είναι εκεί.

Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και η πανδημία αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε το τραύμα: ως κάτι τεράστιο, αναπόφευκτο και πολύ διαδεδομένο. Όμως η έρευνά του Μπονάνο έδειξε το αντίθετο: οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πολύ ανθεκτικοί.

Όταν μας συμβαίνουν γεγονότα που αλλάζουν τη ζωή μας και ειδικά όταν αυτά συμβαίνουν σε πολλούς ανθρώπους, νιώθουμε συγκλονισμένοι. Πιστεύουμε ότι θα οδηγήσει σε μια τεράστια κρίση ψυχικής υγείας την οποία δεν θα ξεπεράσουμε ποτέ. Ούτε οι άλλοι θα την ξεπεράσουν. Όταν νιώθουμε χάλια, νομίζουμε ότι δεν θα γίνουμε καλά ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και όταν νιώθουμε πραγματικά καλά. Όταν συμβαίνει μια καταστροφή, ένα μεγάλο κοινό γεγονός, το ευρύ κοινό τείνει να πιστεύει ότι θα υπάρξει κρίση ψυχικής υγείας. Το ίδιο πιστεύουν και οι ειδικοί σε θέματα ψυχικής υγείας. Αλλά στη συνέχεια οι περισσότεροι άνθρωποι το ξεπερνούν σχετικά γρήγορα. Αυτό είναι ένα μάθημα που συνεχίζουμε να μαθαίνουμε εκ νέου, διότι όταν συμβαίνει η επόμενη καταστροφή, κάνουμε το ίδιο πράγμα από την αρχή. Δεν πιστεύουμε ότι θα τελειώσει, αλλά τελικά τελειώνει.

Νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουν χρησιμοποιήσει όλα τα είδη των μηχανισμών αντιμετώπισης κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η οποία απαιτεί την ευελιξία καθώς η κατάσταση αλλάζει συνεχώς. Είμαστε όλοι πολύ κουρασμένοι από αυτό. Είμαστε εξαντλημένοι, και δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε πολλά από τα πράγματα που συνηθίζαμε να κάνουμε. Παρόλα αυτά θα πρέπει να εστιάσουμε στο σημερινό πρόβλημα, το οποίο είναι ότι πρέπει να υπομείνουμε την κατάσταση λίγο ακόμη και πρέπει να βρούμε τρόπους να συνεχίσουμε να την αντιμετωπίζουμε. Πρέπει να είμαστε ευέλικτοι, επειδή αντιμετωπίζουμε τώρα την κούραση που επιφέρει το χρόνιο στρες.

«Πρέπει να γίνει πολύ περισσότερη δουλειά πάνω σε αυτό, και ενώ πρότεινα την ευελιξία ως έναν τρόπο κατανόησης της ανθεκτικότητας, το να συνδυάσουμε την ευελιξία και την ανθεκτικότητα είναι πραγματικά περίπλοκο από ερευνητική άποψη. Έτσι, ένα από τα πράγματα που πρέπει ακόμη να κατανοήσουμε είναι πώς ακριβώς λειτουργούν μαζί. Πιθανώς θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε κάτι πολύ εξελιγμένο, όπως η μηχανική μάθηση, για να το καταλάβουμε. Το οποίο είναι εφικτό, αλλά δεν έχει γίνει ακόμα».

Έτσι, ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά συνδυάζονται μεταξύ τους μου φαίνεται λογικός μέσω της έρευνάς μου, αλλά για να συναρμολογηθούν όλα αυτά τα στοιχεία, για να κατανοήσουμε πληρέστερα πώς λειτουργούν, θα χρειαστούν αξιόλογες έρευνες, καταλήγει ο επιστήμονας.

Νέα έρευνα για το τραύμα

Η Κάρεν Σίλι, συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «Therapy After Terror: 9/11, Psychotherapists, and Mental Health» («Θεραπεία μετά την τρομοκρατία: 9/11, ψυχοθεραπευτές και ψυχική υγεία»), υποστηρίζει ότι η έρευνα για το τραύμα θα πρέπει να βελτιωθεί.

Ενάμιση χρόνο μετά την 11η Σεπτεμβρίου η Σίλι πήρε συνέντευξη από 35 θεραπευτές με έδρα τη Νέα Υόρκη, οι οποίοι εργάζονταν με άτομα που είχαν τραυματιστεί ψυχολογικά από την επίθεση. Οι περισσότεροι από τους θεραπευτές είπαν ότι αισθάνονταν εξαιρετικά απροετοίμαστοι να βοηθήσουν άτομα που είχαν υποστεί βλάβη από αυτή την πρωτοφανή πράξη μαζικής βίας. Οι λίγοι που είχαν προηγούμενη εμπειρία στην παροχή βοήθειας σε τραυματισμένους ασθενείς, είχαν συνεργαστεί με επιζώντες φυσικών καταστροφών, θύματα ατυχημάτων και κακοποίησης ή βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ. Μόνο δύο είχαν εργαστεί με θύματα τρομοκρατίας.

Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου -μαζί με τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν- έφεραν τη μελέτη και τη θεραπεία του τραύματος και του μετατραυματικού στρες (PTSD) στο επίκεντρο. Την τελευταία δεκαετία παρατηρήθηκε έκρηξη των ακαδημαϊκών κέντρων για τη μελέτη του τραύματος, των προγραμμάτων κλινικής κατάρτισης στις θεραπείες του τραύματος και της έρευνας για το μετατραυματικό στρες. Οι σύγχρονοι ψυχοθεραπευτές γνωρίζουν περισσότερα για τις τραυματικές αντιδράσεις από ό,τι οι συνάδελφοί τους πριν από δέκα χρόνια. Ωστόσο, εξακολουθούν να στερούνται τα εργαλεία που χρειάζονται για τη θεραπεία τους, τονίζει η Σίλι.

Παρόλο που μετά την 11η Σεπτεμβρίου έχει δημοσιευτεί ένας τεράστιος όγκος ερευνών σχετικά με τις ψυχολογικές συνέπειες των καταστροφών και τις μεθόδους για την ανακούφιση των τραυματισμών, έχει δύο βασικές ελλείψεις. Πρώτον, ορισμένες πρόσφατες μελέτες αντιμετωπίζουν τις καταστροφές ως γενικό φαινόμενο. Επειδή αποτυγχάνουν να διακρίνουν μεταξύ των φυσικών καταστροφών μεγάλης κλίμακας και εκείνων που προκαλούνται σκόπιμα και έχουν σχεδιαστεί για να προκαλέσουν ακραίο φόβο, δεν μπορούν να προσδιορίσουν τις ψυχολογικές πληγές που αφορούν ειδικά τις πράξεις μαζικής βίας ή τις μεθόδους που θα μπορούσαν να τις ανακουφίσουν.

Δεύτερον, πολυάριθμες μελέτες μετά την 11η Σεπτεμβρίου αξιολογούν τα προγράμματα και τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας που παρασχέθηκαν μετά την επίθεση. Πολλά από τα ευρήματά τους υποδεικνύουν συγκεκριμένες παρεμβάσεις και θεραπευτικές προσεγγίσεις που ήταν περιττές και ίσως και επιβλαβείς. Για παράδειγμα, ορισμένες μελέτες υποδεικνύουν τους κινδύνους της εκτεταμένης ψυχολογικής ενημέρωσης. Άλλες αναφέρουν ότι τα περισσότερα άτομα που επλήγησαν από την 11η Σεπτεμβρίου δεν χρειάστηκαν επαγγελματική βοήθεια, καθώς θεραπεύτηκαν μόνοι τους ή με την υποστήριξη της οικογένειας και των φίλων τους. Υποστηρίζουν ότι οι επίσημες υπηρεσίες που παρασχέθηκαν ευρέως μπορεί να έθεσαν σε κίνδυνο τη φυσική ανθεκτικότητα των ατόμων.

(AP Photo/Suzanne Plunkett, File)

Δεν υπάρχουν νέες ανακαλύψεις για τη θεραπεία του μετατραυματικού στρες

Σίγουρα, είναι χρήσιμο για τους θεραπευτές να γνωρίζουν τι δεν πρέπει να κάνουν αμέσως και μακροπρόθεσμα μετά από ένα καταστροφικό γεγονός. Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουν πώς να εργάζονται αποτελεσματικά με άτομα που είναι ψυχικά τραυματισμένα. Δυστυχώς, και παρά την έντονη εστίαση στο τραύμα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δεν έχουν σημειωθεί σημαντικές ανακαλύψεις στη θεραπεία του PTSD, τονίζει η Σίλι.

Το ίδιο και χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το ποιες ομάδες και άτομα θα κινδυνεύσουν περισσότερο σε περίπτωση μελλοντικών επιθέσεων. Από τη στιγμή που τα προγράμματα με βάση τον πληθυσμό κρίνονται περιττά, καθίσταται κρίσιμο να καθοριστεί πού θα πρέπει να στοχεύσουν οι υπηρεσίες. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου αμφισβήτησαν τη συμβατική άποψη ότι σε καταστροφές μεγάλης κλίμακας, εκείνοι που βρίσκονται πιο κοντά στον στρεσογόνο παράγοντα κινδυνεύουν περισσότερο από ψυχολογική βλάβη, καθώς άτομα που βρίσκονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά εμφάνισαν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα έχοντας δει την επίθεση στην τηλεόραση. Οι µελέτες µετά την 11η Σεπτεµβρίου δημιούργησαν έναν νέο κατάλογο παραγόντων κινδύνου.

Τι μας δίδαξε η 9/11 για το τραύμα

Το μετατραυματικό στρες είναι πιθανό να έχει εκτεταμένες και διαρκείς επιπτώσεις όπως ακριβώς συνέβη και με ορισμένους επιζώντες της 11ης Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με άλλους επιστήμονες, το μαζικό τραύμα μπορεί να δημιουργήσει μια παρατεταμένη κατάσταση «χρόνιας αντίδρασης στην απειλή» – μια συνεχή κατάσταση υπερδιέγερσης. Όπως αναφέρει σε άρθρο του το CNN, περίπου το 20% των ατόμων που συμμετείχαν στο μητρώο υγείας του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου (WTC) ανέφεραν νέα συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες, πέντε έως έξι χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Ο αντίκτυπος του τραύματος μπορεί επίσης να παραμείνει για πολλά χρόνια, ακόμη και δεκαετίες. Δεκαπέντε χρόνια μετά, σε ένα δείγμα 36.897 εκτεθειμένων εργαζομένων διάσωσης/αποκατάστασης και μελών της κοινότητας στο μητρώο υγείας του WTC, το 14,2% των εργαζομένων διάσωσης και το 15,3% των μελών της κοινότητας, ανέφεραν διαταραχή μετατραυματικού στρες και κατάθλιψη.

Δύο γυναίκες που βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία της πόλης την 11η Σεπτεμβρίου, βίωσαν και οι δύο μετατραυματικό στρες. Η Μάρσι Μπόρντερς, η οποία έγινε γνωστή ως Dust Lady, πάλευε για δεκαετίες μετά τις επιθέσεις με την κατάθλιψη, καθώς και με τον εθισμό της στο αλκοόλ και την κοκαΐνη. Είναι δυστυχώς μία από τους πολλούς επιζώντες που παλεύουν με ψυχικές ασθένειες και κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών από τότε.

Έχουν γίνει πολλές μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η πρώτη μελέτη για το τραύμα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 διεξήχθη στις 29 Οκτωβρίου 2001. Η ομάδα πήρε συνεντεύξεις από τους πρώτους ανταποκριτές, τους εργαζόμενους στην αποκατάσταση, τους επιζώντες και εκείνους που ζούσαν στις γύρω περιοχές. Διαπίστωσαν ότι το 96% των επιζώντων ανέφεραν ότι είχαν βιώσει τουλάχιστον ένα σύμπτωμα PTSD 2 έως 3 εβδομάδες μετά την τραγωδία. Από αυτό το 96%, η πλειονότητα εξακολουθούσε να βιώνει πολλαπλά συμπτώματα 2 έως 3 χρόνια μετά.

Μια άλλη μελέτη για την 11η Σεπτεμβρίου επικεντρώθηκε σε περίπου 11.000 άτομα που ανταποκρίθηκαν στην πρώτη μελέτη και ολοκληρώθηκε σε διάστημα 8 ετών. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το 70% δεν είχε εμφανίσει συμπτώματα PTSD. Ωστόσο, αρκετά συμπτώματα εμφανίστηκαν μερικά χρόνια αργότερα. Με άλλα λόγια, τα χρονικά όρια των συμπτωμάτων της διαταραχής του μετατραυματικού στρες ποικίλλουν και πλήττουν τους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο. Διαπίστωσαν επίσης ότι αυτά τα χρονοδιαγράμματα επηρεάζονται από τη διάρκεια της τραυματικής εμπειρίας, την ιατρική εμπειρία που σχετίζεται με το τραύμα, αλλά και τυχόν προηγούμενα ψυχιατρικά προβλήματα.

Στις σχεδόν δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν από τότε, όχι μόνο μάθαμε ότι τα συμπτώματα του PTSD εμφανίζονται σε διαφορετικούς χρόνους για τον καθένα και ότι το τραύμα μπορεί να το βιώσουν όλοι, αλλά και οι ίδιοι οι ψυχολόγοι έμαθαν νέους τρόπους αντίδρασης σε μεγάλα τραυματικά γεγονότα όπως αυτό. Όπως αναφέρει η Σίλι, λίγο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι ίδιοι οι ψυχολόγοι ρωτούσαν όσους βρίσκονταν στο Σημείο Μηδέν ή στις γύρω περιοχές πώς ένιωθαν και αν είχαν συμπτώματα. Χρόνια αργότερα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο κάθε άνθρωπος επεξεργάζεται το τραύμα με διαφορετικό τρόπο. Μια νέα μέθοδος που έχουν επινοήσει οι ψυχολόγοι ονομάζεται Ψυχολογική Πρώτη Βοήθεια. Αντί να ρωτάει το άτομο πώς αισθάνεται μετά το τραύμα, ο ψυχολόγος θα προσφέρει στον επιζώντα υπηρεσίες και θα πληροφορίες για τις υπηρεσίες. Αυτό όχι μόνο επιτρέπει την ευελιξία, αλλά εξακολουθεί να μειώνει την αγωνία που προκαλείται από το γεγονός ή τα γεγονότα.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι αξιωματούχοι δημόσιας υγείας υπερεκτίμησαν τον αριθμό των κατοίκων της Νέας Υόρκης που θα υπέφεραν από μετατραυματικό στρες. Οι προσδοκίες μαζικής ψυχοπαθολογίας έδωσαν τη θέση τους στις προσδοκίες μαζικής ανθεκτικότητας. Κατά συνέπεια, σήμερα υπάρχει λιγότερο ενδιαφέρον για την προσφορά επίσημων θεραπειών ψυχικής υγείας παρά για την παροχή ψυχολογικών πρώτων βοηθειών.

Αν και μπορεί να φαίνεται ανεπαρκής, αυτή η προσέγγιση μπορεί να έχει κάποια πλεονεκτήματα. Κάθε τρομοκρατική ενέργεια είναι μοναδική, δημιουργώντας νέους συνδυασμούς καταστροφής, εκτόπισης και δυστυχίας. Κάθε μία παράγει καταστάσεις που δεν έχουμε κατανοήσει, εικόνες που δεν έχουμε δει ποτέ, αισθήσεις που δεν έχουμε νιώσει ποτέ και δυστυχίες που δεν έχουμε γνωρίσει ποτέ. Τελικά όμως, σύμφωνα με ορισμένους επιζώντες της 11ης Σεπτεμβρίου, ο καλύτερος θεραπευτής όλων, εξακολουθεί να είναι ο χρόνος.

ΠΗΓΗ: CNN, TC Columbia, BU, BBC

 

 

 

 

 

 

 

www.ertnews.gr

Check Also

To συνέδριο Health World 2021, στις 25 & 26 Οκτωβρίου στην Αθήνα

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ δημιούργησε το micro site www.amna.gr/healthworld2021 για την καλύτερη κάλυψη της διοργάνωσης Health World …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *