«Σαρώνει» τις οικονομίες του πλανήτη ο κορωνοϊός

Πόσο εύκολο τελικά θα είναι να επουλωθούν οι “πληγές” που έχει ανοίξει ο κορωνοϊός στο διεθνές οικονομικό σύστημα, και πόσο χρόνο θα πάρει; Δύσκολη ερώτηση, ακόμη πιο δύσκολη όμως η απάντηση. Σε κάθε περίπτωση, και με βάση τις τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ, φαίνεται ότι καταγράφεται η χειρότερη παγκόσμια ύφεση από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης τη δεκαετία του 1930!

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Σύμφωνα με την έκθεση World Economic Outlook, μετά από εννιά μήνες με την πανδημία, η παγκόσμια οικονομία δυσκολεύεται ακόμη με τα αρνητικά μίας κρίσης που έχει πάρει περισσότερο από ένα εκατομμύριο ζωές και έχει αντιστρέψει την πορεία της οικονομίας, προκαλώντας πολύ υψηλότερη ανεργίας, αύξηση της φτώχειας και τον κίνδυνο μίας “χαμένης γενιάς” στις χώρες χαμηλού εισοδήματος. Το Ταμείο μάλιστα προειδοποιεί ότι, η διακοπή των δημόσιων δαπανών που έχουν ως στόχο τον περιορισμό της πανδημίας του κορωνοϊού και την άμβλυνση του οικονομικού αντίκτυπού της μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.

Αναλυτικότερα, το ΔΝΤ στην έκθεσή του επισημαίνει ότι η απασχόληση παραμένει πολύ κάτω από τα προ-πανδημικά επίπεδα και η αγορά εργασίας έχει γίνει πιο πολωμένη με τους εργαζόμενους χαμηλού εισοδήματος, τη νεολαία, και τις γυναίκες να πλήττονται σκληρότερα. Οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, με σχεδόν 90 εκατομμύρια ανθρώπους να αναμένεται ότι θα πέσουν σε ακραία στέρηση αυτό το έτος. Αυτή η κρίση πιθανότατα θα αφήσει βαθιά σημάδια μεσοπρόθεσμα, καθώς μεταξύ άλλων, οι αγορές εργασίας χρειάζονται χρόνο για να επουλωθούν, και οι επενδύσεις συγκρατούνται από την αβεβαιότητα και τα προβλήματα των ισολογισμών στον ιδιωτικό τομέα.

Πλήγμα στην εργασία

Από κει και πέρα, το Ταμείο δίνει σημασία στη στήριξη των επιχειρήσεων για την διευθέτηση των οφειλών τους, αλλά και για τη διατήρηση της ρευστότητάς τους. Επισημαίνει ωστόσο ότι, όσο εξομαλύνεται η κατάσταση, οι πολιτικές θα πρέπει να στραφούν προς την στήριξη της ανακατανομής της απασχόλησης από κλάδους που ενδέχεται να συρρικνωθούν μακροπρόθεσμα (τουρισμός) σε αναπτυσσόμενους τομείς (ηλεκτρονικό εμπόριο). Κατά τη διάρκεια της εν λόγω μετάβασης, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να υποστηριχθούν, μεταξύ άλλων μέσω επιδομάτων και επανεκπαίδευσης – προσανατολισμού.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, για να διασφαλιστεί η διαρκής ανάκαμψη, κατ’ αρχήν απαιτείται μεγαλύτερη διεθνής συνεργασία για τον τερματισμό αυτής της κρίσης υγειονομικής κρίσης. Εάν οι ιατρικές λύσεις μπορούν να διατεθούν ταχύτερα και ευρύτερα σε σχέση με τη βασική μας πρόβλεψη, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε σωρευτική αύξηση του παγκόσμιου εισοδήματος σχεδόν 9 τρισ. δολ. μέχρι το τέλος του 2025, αυξάνοντας τα εισοδήματα σε όλες τις χώρες και μειώνοντας την απόκλιση εισοδήματος.

Επιπλέον, οι πολιτικές πρέπει να επικεντρωθούν στον περιορισμό της επίμονης οικονομικής ζημίας από αυτήν την κρίση. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να παρέχουν εισοδηματική στήριξη μέσω καλά στοχοθετημένων παροχών ρευστότητας, μισθολογικών επιδοτήσεων και ασφάλισης ανεργίας. Για να αποφευχθούν οι πτωχεύσεις μεγάλης κλίμακας και να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να επιστρέψουν σε παραγωγικές θέσεις εργασίας, οι ευάλωτες αλλά βιώσιμες επιχειρήσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να λαμβάνουν στήριξη -όπου είναι δυνατόν- μέσω φορολογικών αναβολών, αναστολών εξυπηρέτησης του χρέους και επιδοτήσεων.

Οι προβλέψεις του ΔΝΤ

Προς το παρόν, το οικονομικό κόστος της πανδημίας σε παγκόσμια κλίμακα, είναι τεράστιο. Σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ, η σωρευτική απώλεια στο παγκόσμιο ΑΕΠ σε σχέση με τα προ-πανδημίας επίπεδα προβλέπεται να φτάσει τα 11 τρισ. δολάρια την περίοδο 2020-21 και να εκτιναχθεί στα 28 τρισ. δολάρια στο διάστημα 2020-25. Επίσης, η ανεργία θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα ανά τον κόσμο, καθώς μόνο το δεύτερο τρίμηνο του 2020 η μείωση των ωρών εργασίας ισοδυναμεί με απώλεια 400 εκατομμυρίων θέσεων πλήρους απασχόλησης ενώ στις ανεπτυγμένες οικονομίες, στο τέλος του 2021, το δημόσιο χρέος θα βρίσκεται στο 125% του ΑΕΠ, μετά από ένα άλμα 20 μονάδων.

Το ΔΝΤ προβλέπει για την παγκόσμια οικονομία ύφεση 4,4% φέτος, ενώ αναμένεται να επανέλθει σε επίπεδα κοντά σε αυτά του 2019 (θα υπολείπεται κατά 0,6 μονάδα) με ανάπτυξη 5,2%. Οι πληγές της πανδημίας όμως θα παραμείνουν ορατές για χρόνια, με διεύρυνση των ανισοτήτων και έξαρση της φτώχειας. Ειδικά η ύφεση στο σύνολο της Ευρωζώνης υπολογίζεται στο 8,3%, με τις χειρότερες προβλέψεις να αφορούν την Ισπανία (12,8%), την Ιταλία (10,6%), τη Πορτογαλία (10%), και τη Γαλλία (9,8%). Πάντως, η σημαντική παγκόσμια δημοσιονομική στήριξη, κοντά στα 12 τρισ. δολ. και οι εκτεταμένες μειώσεις επιτοκίων, οι ενέσεις ρευστότητας και οι αγορές περιουσιακών στοιχείων από τις κεντρικές τράπεζες βοήθησαν να σωθούν ζωές και μέσα βιοπορισμού και να αποτραπεί μια ακόμη μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή.

Όλα τα παραπάνω βεβαίως θα ισχύσουν σε περίπτωση που δεν υπάρξει μία δραματική αναζωπύρωση της πανδημίας του κορωνοϊού σε παγκόσμιο επίπεδο. Άλλωστε, όπως εύστοχα επισημαίνει και η Alpha Bank σε σχετική ανάλυσή της, η οικονομική ύφεση που έχει προκαλέσει η υγειονομική κρίση έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη δομή του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού), στις καταναλωτικές συνήθειες, καθώς και στον τρόπο εργασίας και μελέτης των ατόμων (απομακρυσμένη πρόσβαση). Κύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής ύφεσης αποτελεί το σημαντικό πλήγμα που έχουν υποστεί ταυτόχρονα ιδιωτική κατανάλωση, επενδύσεις και υπηρεσίες.

Προσπάθεια στήριξης

Οι εθνικές κυβερνήσεις από τη μεριά τους, προσπαθούν να υποστηρίξουν επιχειρήσεις και ανθρώπους, η καθεμία με τον δικό της τρόπο και σύμφωνα με τις υπάρχουσες δυνατότητες. Μεταξύ των σημαντικότερων δευτερογενών προβλημάτων που έχει δημιουργήσει η υγειονομική κρίση συγκαταλέγονται τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το αυξανόμενο δημόσιο χρέος, παρότι στην παρούσα χρονική στιγμή δεν χαρακτηρίζονται ως άμεσο πρόβλημα. Σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων όπως το σημερινό, η διόγκωση του δημόσιου χρέους δεν θεωρείται άκρως επικίνδυνη, αν και η μελλοντική άνοδος των επιτοκίων που μπορεί να προκληθεί από την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας ενδεχομένως να θέσει ζητήματα εξυπηρέτησής του.

Σύμφωνα με την Alpha Bank, οι εθνικές κυβερνήσεις και τα εθνικά συστήματα υγείας στην παρούσα χρονική συγκυρία είναι καλύτερα προετοιμασμένα συγκριτικά με τις αρχές εμφάνισης της νόσου, με αποτέλεσμα η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης να είναι περισσότερο αποτελεσματική και η επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας ταχύτερη. Ο οικονομικός αντίκτυπος της αναζωπύρωσης του πανδημικού φαινομένου, ή κατά μερικούς της εμφάνισης ενός «δεύτερου κύματος», θα καθοριστεί σε σημαντικό βαθμό από το μέγεθος ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας που καταγράφηκε μετά το «πρώτο κύμα» της πανδημίας. Η μέχρι σήμερα απουσία κάποιας θεραπείας ή εμβολίου για την καταπολέμηση της νόσου εντείνει την αβεβαιότητα για την εξέλιξή της, αναγκάζοντας επιχειρήσεις και καταναλωτές να διατηρούν σημαντικά ποσά ρευστότητας, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην περίπτωση μιας νέας παρατεταμένης περιόδου απουσίας εσόδων-εισοδημάτων.

Στο ναδίρ

Με δεδομένο ότι μια επιδείνωση της επιδημιολογικής εικόνας απειλεί να επιβαρύνει πολλές οικονομίες και περιοχές ανά τον κόσμο, η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ αξιολογείται ως μείζονος σημασίας για την παγκόσμια οικονομία, καθώς η κατανάλωση μπορεί να ενισχύσει τις εισαγωγές στη χώρα και κατά συνέπεια να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη σε άλλες οικονομίες, όπως συνέβη στο παρελθόν. Επιπλέον, η παρακολούθηση, η ανίχνευση και η απομόνωση των κρουσμάτων ενδεχομένως αδυνατούν να αποτρέψουν μια δεύτερη έξαρση της νόσου, ενώ τομείς όπως ο τουρισμός, τα ταξίδια, η ψυχαγωγία, τα εστιατόρια και τα καταλύματα δεν μπορούν να επανέλθουν στην προτέρα κατάσταση, αν δεν υπάρξει ευρέως διαθέσιμο ένα εμβόλιο. Οι κυβερνήσεις επίσης δεν έχουν τη δυνατότητα να υποστηρίξουν την απασχόληση και τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα για παρατεταμένη περίοδο κατά συνέπεια απαιτούνται περισσότερες δημόσιες επενδύσεις στην ψηφιακή και στην πράσινη τεχνολογία. Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, αν στους επόμενους μήνες υπάρξει μια νέα έξαρση της πανδημίας, αυτή θα είναι αρκετά διαφορετική από αυτή που έχουμε ήδη βιώσει, καταλήγει στην ανάλυσή της η Alpha Bank.

Τι συμβαίνει με την ελληνική οικονομία;

Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές προοπτικές για τη χώρα μας, το ΔΝΤ προβλέπει σημαντική ύφεση για φέτος, με το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 9,5%. Η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2021 με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 4,1%, υποστηριζόμενη από τους πόρους του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, και μια ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης. Η πρόβλεψη αυτή του ΔΝΤ πάντως, είναι αισθητά χαμηλότερη από την πρόβλεψη του ΥΠΟΙΚ για ανάπτυξη 7,5% το 2021. Επίσης προβλέπεται σημαντική αύξηση και της ανεργίας, στο 19,9% του εργατικού δυναμικού φέτος (από 17,3%), με μόνο μερική αποκλιμάκωση στο 18,3% το 2021. Το πρόβλημα για την ελληνική οικονομία, δυστυχώς εντοπίζεται στον τουρισμό.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, Οι προοπτικές είναι ιδιαίτερα δυσοίωνες για τις οικονομίες που εξαρτώνται από τον τουρισμό, ακόμη και αν είναι περιορισμένη σε αυτές η υγειονομική κρίση λόγω του φόβου των ταξιδιωτών για μετάδοση. Και αυτό γιατί σημειώθηκε κατάρρευση εσόδων σε χώρες στις οποίες ο τουρισμός και οι μεταφορές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, όπως στην Ελλάδα. Ενδεικτικό του τεράστιου πλήγματος που δέχθηκε ο ελληνικός τουρισμός λόγω της πανδημίας είναι ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, τα καθαρά έσοδα από τον τουρισμό και τις μεταφορές στην Ελλάδα από περίπου 5% του ΑΕΠ το α’ εξάμηνο του 2019 υποχώρησαν κατακόρυφα στο 0,6% του ΑΕΠ το πρώτο εξάμηνο του 2020. Και αυτή η εξέλιξη, ενδεχομένως είναι και ο καθοριστικός παράγοντας για την μεγάλη ύφεση της ελληνικής οικονομίας.

Μεγάλο παραγωγικό κενό

Σημειώνεται επίσης ότι, στην πρόσφατη Δήλωση Συμπερασμάτων για την ελληνική οικονομία, το ΔΝΤ τόνιζε με έμφαση ότι, με δεδομένο το μεγάλο παραγωγικό κενό και προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πρόκλησης μόνιμης οικονομικής ζημιάς από την πανδημία, οι αρχές θα πρέπει να αποφύγουν μια απότομη δημοσιονομική συστολή το 2021 και να στοχεύσουν σε ένα πρωτογενές έλλειμμα τουλάχιστον 2 τοις εκατό του ΑΕΠ. Η δημοσιονομική στήριξη θα πρέπει να είναι εμπροσθοβαρής εν όψει της εκταμίευσης των πόρων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (αναμένεται περίπου στα μέσα του 2021), και το μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να βελτιωθεί δίνοντας προτεραιότητα στις δαπάνες υγείας, στην αντιμετώπιση των κενών κάλυψης στο Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης, και στην επέκταση των ευκαιριών για την επανακατάρτιση του εργατικού δυναμικού. Η εκτέλεση των δημοσίων επενδύσεων θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να τονώσει την αποτελεσματικότητα της χρηματοδότησης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Επίσης, μια ευρεία γκάμα μέτρων στήριξης θα απαλύνουν και θα καθυστερήσουν την αρνητική επίδραση της πανδημίας στις τράπεζες, αλλά μια συνολική στρατηγική για την αντιμετώπιση μακροχρόνιων αδυναμιών παραμένει προτεραιότητα. Επιπλέον των νομισματικών και εποπτικών ενισχύσεων της ΕΚΤ, οι επιδοτήσεις για τα επιτόκια και την πληρωμή ενυπόθηκων δανείων που υιοθετήθηκαν από τις ελληνικές αρχές θα βοηθήσουν την στήριξη τόσο των δανειοληπτών όσο και των τραπεζών κατά την περίοδο 2020-21. Τέλος, το Ταμείο αναγνώριζε οι στόχοι και η φιλοδοξία του προσχεδίου της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής είναι αξιέπαινοι και θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην τόνωση της παραγωγικότητας και στην προώθηση της καινοτομίας. Η προώθηση της απλοποίησης διαδικασιών για τις επιχειρήσεις και η ψηφιακή μεταρρύθμιση της Κυβέρνησης επίσης αξίζουν υποστήριξη. Πρόσθετες δομικές μεταρρυθμίσεις που μπορούν να πραγματοποιηθούν δεδομένης της τωρινής συγκυρίας θα πρέπει να επιταχυνθούν, όπως η απελευθέρωση των αγορών προϊόντων, η διευκόλυνση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας (μέσω πρόσβασης σε υπηρεσίες φροντίδας για τα παιδιά και προσχολικής εκπαίδευσης για παράδειγμα), και η ενίσχυση των ενεργών πολιτικών απασχόλησης.

Οι κρίσιμοι παράγοντες

Όπως και να έχει, η Alpha Bank στην ανάλυσή της επισημαίνει ότι το σχήμα της υφεσιακής διαταραχής το 2020 και η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας το 2021, θα εξαρτηθούν από ορισμένους, κρίσιμους παράγοντες: Πρώτον, από το σύνολο της άμεσης και έμμεσης συμβολής του τουρισμού στην ελληνική οικονομία, καθώς οι εκτιμήσεις – βάσει διαφόρων μελετών – ποικίλουν σημαντικά. Δεύτερον, από την εξέλιξη της πανδημίας στο άμεσο χρονικό διάστημα και την ενδεχόμενη ενεργοποίηση περαιτέρω μέτρων περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας, με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσής της. Τρίτον, από την εύρεση μιας αποτελεσματικής θεραπείας ή/και ενός ασφαλούς εμβολίου, καθώς και από τη χρονική στιγμή διάθεσης αυτών. Είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, εάν το εμβόλιο κατά του ιού θα είναι διαθέσιμο πριν από τον Απρίλιο του 2021, δηλαδή πριν από την έναρξη της τουριστικής περιόδου της επόμενης χρονιάς. Tέταρτον, από την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης που έχει ήδη ανακοινώσει η Κυβέρνηση, δηλαδή από το ύψος της θετικής επίδρασής τους στην οικονομία.

Πέμπτο, από το ποσοστό απορρόφησης των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης κατά το 2021.

Από την πλευρά του το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής σημειώνει πως η εμφάνιση της πανδημίας έχει καταστήσει τη δημοσιονομική πολιτική το βασικό εργαλείο αντιμετώπισης των οικονομικών της συνεπειών και έχει οδηγήσει σε αναθεώρηση των προτεραιοτήτων της. Για το 2020, οι κύριες προτεραιότητες είναι η προστασία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων από τις επιπτώσεις της πανδημίας και η ανάσχεση της ύφεσης. Αυτές εξηγούν την πρωτοφανή δημοσιονομική επέκταση που, σε συνδυασμό με την ίδια την ύφεση, προκαλεί μια δραματική επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Οι προτεραιότητες για το 2021 είναι η σταδιακή αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η στήριξη της ανάκαμψης.

Προϋποθέσεις για επίτευξη των στόχων

Η επίτευξη αυτών των στόχων προϋποθέτει την άρση των επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων και τη γρήγορη επαναφορά της ελληνικής οικονομίας. Σχετικά με την άρση των δημοσιονομικών μέτρων, εκτιμάται πως η πρόβλεψη για την επαναφορά των δημόσιων δαπανών το 2021  ή για την κάλυψή τους από την εισροή ευρωπαϊκών πόρων– μπορεί να θεωρηθεί σχετικά ασφαλής. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για την επαναφορά των δημόσιων εσόδων που περιλαμβάνουν και την αποπληρωμή μέρους των υποχρεώσεων που έχουν ανασταλεί για το 2020. Αυτό θα εξαρτηθεί από την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και επιχειρήσεων και τη δυνατότητά τους να αντεπεξέλθουν στις συσσωρευμένες υποχρεώσεις τους. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής επέκτασης δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της αλλά και από τη σύνθεσή της.

 Ειδικότερα, η επέκταση μέσω μεταβιβάσεων και φορολογικών/ασφαλιστικών αναστολών και απαλλαγών είναι φυσικά απαραίτητη για την προστασία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, ωστόσο έχει μόνο έμμεση οικονομική επίδραση (μέσω της κατανάλωσης) και όχι άμεση καθώς οι συγκεκριμένες συναλλαγές δεν προσμετρώνται στο ΑΕΠ. Αντίθετα, η επέκταση μέσω αγορών αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή μέσω δημόσιας κατανάλωσης και επένδυσης, μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικότερο εργαλείο για την οικονομική ανάκαμψη. Σε αυτό το πλαίσιο, οι καταναλωτικές και επενδυτικές δαπάνες για τη δημόσια υγεία και εκπαίδευση θα είχαν ισχυρότερες θετικές επιπτώσεις, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*