Οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν μάταια να βρουν «άκρη» σε ένα παιχνίδι που έχει αλλάξει

Οι ειδικοί στην νομισματική πολιτική αναζητούν με αμείωτη
ένταση και πάθος τρόπους βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των κεντρικών
τραπεζών, ιδιαίτερα σε περίπτωση που τελικώς οι οικονομίες πέσουν σε ύφεση –
κίνδυνος ο οποίος εντείνεται από την κλιμακωτή επιβράδυνση λόγω της κρίσης με
τον κορωνοϊό. Το βασικό κίνητρο πίσω από αυτή την αναζήτηση είναι η αυξανόμενη
αναγνώριση του γεγονότος ότι η παρατεταμένη και υπερβολική εξάρτηση από τις
κεντρικές τράπεζες έχει μειώσει την αποτελεσματικότητα τόσο των συμβατικών, όσο
και των μη συμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής. Η συγκεκριμένη τάση έχει
οδηγήσει στον κίνδυνο τα μέτρα αυτά να καταστούν αντιπαραγωγικά αντί
ενισχυτικά. Η ελπίδα είναι να βρει κανείς νέα εργαλεία για την αντιστροφή αυτού
του ανησυχητικού και επιταχυνόμενου φαινομένου.

Όσο σημαντική κι αν είναι αυτή η αναζήτηση, ανησυχώ
ιδιαίτερα για το γεγονός ότι βασικές παρερμηνείες κινδυνεύουν να την
καταστήσουν ανεπιτυχή, σε περιόδους κατά τις οποίες οι κεντρικές τράπεζες
αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις, τόσο από το εσωτερικό τους, όσο και
εξωτερικές. Για να καταλάβουμε γιατί, ας δούμε την κατάσταση μέσα από το πρίσμα
της θεωρίας των παιγνίων.

Βασικά στοιχεία οποιουδήποτε παιγνίου – δηλαδή
στρατηγικής αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων συμμετεχόντων– αποτελούν
τα χαρακτηριστικά των παικτών, οι στρατηγικές και οι απολαβές, η διαθεσιμότητα
πληροφοριών και το καθεστώς εμπιστοσύνης, συνεργασίας και ορθολογικής σκέψης
και δράσης. Οι καλοί παίκτες επιλέγουν τις καλύτερες στρατηγικές προκειμένου να
κατανοήσουν ποια είναι η πιθανότερη κίνηση των υπόλοιπων παικτών σε ένα
συγκεκριμένο σύνολο συνθηκών.

Τα αποτελέσματα ποικίλλουν, από καταστροφικά μη
συνεργατικά παιχνίδια μέχρι τα λεγόμενα Pareto, τη βέλτιστη μορφή παιγνίου κατά την οποία ένας παίκτης μπορεί να
βελτιώνει την κατάστασή του χωρίς αυτό να σημαίνει την ταυτόχρονη χειροτέρευση
της θέσης ενός άλλου παίκτη.

Για χρόνια, οι κεντρικές τράπεζες είχαν κυρίαρχες
στρατηγικές, χρησιμοποιώντας τα επιτόκια και τις επίσημες προβλέψεις τους για
το μέλλον προκειμένου να ασκούν πίεση στους άλλους παράγοντες, ώστε οι
τελευταίοι να ανταποκρίνονται με τρόπους που συνέβαλλαν στην επίτευξη των
οικονομικών και χρηματοοικονομικών στόχων των τραπεζών.

Ενημέρωναν και επηρέαζαν τη συμπεριφορά ενός ευρέος
φάσματος οικονομικών φορέων και, μερικές φορές, επέβαλλαν ακόμη και άμεσα
συγκεκριμένες εξελίξεις. Αυτό παρατηρήθηκε στην εξομάλυνση των «αιχμών» των
επιχειρηματικών κύκλων και, πιο έντονα, στην υπέρβαση του ξαφνικού
χρηματοοικονομικού «εμφράγματος» του 2008, οπότε βρεθήκαμε στα πρόθυρα της
ώθησης της παγκόσμιας οικονομίας σε μια καταστροφική, πολυετή ύφεση.

Το παιχνίδι έχει αλλάξει

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι στρατηγικές των κεντρικών
τραπεζών με συστημική σημασία, όπως η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, δεν έχουν αποδειχθεί
εξίσου αποτελεσματικές, με επανειλημμένες αποτυχίες στην εκπλήρωση ενός ή
περισσοτέρων καθορισμένων στόχων. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτό που
μπορεί να θεωρηθεί ως αλλαγή στους όρους του παιχνιδιού.

Οι κεντρικές τράπεζες φαίνεται να πάσχουν στον τομέα των
πληροφοριών αιχμής. Σε συνδυασμό με αμφισβητούμενα αναλυτικά μοντέλα, αυτό έχει
μεταφραστεί σε επανειλημμένα σφάλματα στις προβλέψεις για την ανάπτυξη και μια
υποεκτίμηση του κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα εξαιτίας των
θυλάκων υπερβολικής ανάληψης ρίσκου από μη τραπεζικά ιδρύματα, ιδίως όσον αφορά
τον κίνδυνο ρευστότητας.

Οι σταθερές και αμετάβλητες συνθήκες του παιχνιδιού, οι
οποίες αποτελούν την «άγκυρα» για την αποτελεσματικότητα των κεντρικών
τραπεζών, απειλούν πλέον να εκθέτουν ολοένα και περισσότερες αδυναμίες σε σχέση
με τους στόχους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι στρατηγικές των κεντρικών
τραπεζών βρίσκονται στη μετάβαση από το να «κυριαρχούν» στο «να κυριαρχούνται»,
ειδικά σε ό,τι αφορά τις αγορές που αισθάνονται πλέον αρκετά ισχυρές
προκειμένου να επηρεάζουν τη διαμόρφωση της πολιτικής των τραπεζών.

Οι προσαρμογές στην ακολουθούμενη πολιτική που
συζητούνται προκειμένου να υπάρξει ενίσχυση των πληθωριστικών προσδοκιών
κυμαίνονται από την επέκταση της χρήσης μη συμβατικών μέσων έως την αύξηση των
στόχων – τόσο άμεσα όσο και μέσω ευέλικτων «παιχνιδιών» με τον πληθωρισμό.
Δυστυχώς, το πρώτο είναι ένα ανησυχητικό σημάδι «ενεργού αδράνειας» – δηλαδή
της συνειδοτοποίησης ότι κάτι διαφορετικό είναι απαραίτητο, την ώρα που κανείς
συνεχίζει να κάνει το ίδιο με πριν. Το δεύτερο δεν ανταποκρίνεται στις έντονες
αποπληθωριστικές επιπτώσεις τόσο των διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία, όσο
και των ατελειών στο τομέα της ζήτησης.

Ακόμη πιο ρηξικέλευθες προτάσεις για προσαρμογές
περιλαμβάνουν τη μετατροπή της νομισματικής πολιτικής σε εργαλείο δημοσιονομικής
ώθησης και το «σπρώξιμο» των κεντρικών τραπεζών σε πολιτικές όπως εκείνη του
μοιράσματος χρημάτων «με το ελικόπτερο» ή αλλιώς της «λαϊκής ποσοτικής
χαλάρωσης (QE)», με άμεση και χωρίς όρους παροχή μετρητών σε μεγάλα τμήματα του
πληθυσμού. Ακόμη και αν αποδειχθεί ότι κάτι τέτοιο είναι τεχνικά και πολιτικά
εφικτό, αυτές οι λύσεις συνεπάγονται μεγάλο ρίσκο παράπλευρων ζημιών και
ακούσιων αρνητικών συνεπειών.

Η λύση δεν βρίσκεται στα χέρια των κεντρικών τραπεζιτών

Αυτή η δύσκολη αναζήτηση μιας μαγικής λύσης αναδεικνύει
ένα πιο κρίσιμο ζήτημα: ένα εσφαλμένο αναλυτικό πλαίσιο. Από την ίδια τη φύση
της δομής τους και του ρόλου τους σε μια σύγχρονη οικονομία, οι κεντρικές
τράπεζες δεν διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία προκειμένου να μπορούν να
προκαλέσουν μεταστροφή εκείνων των παραγόντων που οδηγούν σε σταθερά χαμηλή
ζήτηση και παραγωγικότητα. Η συνεχής αγνόηση αυτής της ενοχλητικής αλήθειας
χρησιμεύει μόνο στην υπονόμευση της θεσμικής ακεραιότητάς τους και της αξιοπιστίας
τους.

Η λύση υπάρχει, αλλά βρίσκεται στα χέρια άλλων φορέων
χάραξης πολιτικής, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπίσουν άμεσα ζητήματα όπως η
κατάρτιση των εργαζομένων και η ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού, οι
ανισότητες και τα δημοσιονομικά κίνητρα.

Η αναζήτηση νέων εργαλείων που να μπορούν να
χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες θα παραμένει μια διανοητικά ενδιαφέρουσα
άσκηση, αλλά τελικά θα αποδειχθεί μάταιη εάν το πλαίσιο μέσα στο οποίο
διεξάγεται δεν αλλάξει.

Σε τελική ανάλυση, ας μην ξεχνάμε την απλή, αλλά τόσο
εύστοχα διορατική ρήση των Brian Christian και Tom Griffiths: «Εάν λοιπόν
οι κανόνες του παιχνιδιού εξαναγκάζουν στη χρήση μιας κακής στρατηγικής, ίσως
δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε στρατηγική. Ίσως πρέπει να
προσπαθήσουμε να αλλάξουμε το παιχνίδι».

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*