Νέα μελέτη συνδέει τα γαλακτοκομικά προϊόντα με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου

Νέα μελέτη συνδέει τα γαλακτοκομικά προϊόντα με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου

Τα συνολικά στοιχεία μέχρι σήμερα που συνδέουν την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου είναι αντιφατικά. Μελέτες σε δυτικούς πληθυσμούς έχουν δείξει ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορεί να συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου και υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη, αλλά οι επιστήμονες δεν έχουν βρει σαφή σύνδεση για τον καρκίνο

Τα συνολικά στοιχεία μέχρι σήμερα που συνδέουν την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου είναι αντιφατικά. Μελέτες σε δυτικούς πληθυσμούς έχουν δείξει ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορεί να συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου και υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη, αλλά οι επιστήμονες δεν έχουν βρει σαφή σύνδεση για τον καρκίνο του μαστού ή άλλους τύπους καρκίνου.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να μην ισχύουν για τους μη δυτικούς πληθυσμούς. Για παράδειγμα, οι Κινέζοι καταναλώνουν μικρές ποσότητες τυριού και βουτύρου, ενώ η κατανάλωση γάλακτος και γιαουρτιού είναι επίσης πολύ χαμηλότερη από τους δυτικούς πληθυσμούς. Επιπλέον, οι περισσότεροι Κινέζοι ενήλικες δεν μπορούν να μεταβολίσουν σωστά τα γαλακτοκομικά προϊόντα λόγω έλλειψης λακτάσης, ένα βασικό ένζυμο για τη διάσπαση της λακτόζης του γάλακτος.

Ερευνητές από τα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Πεκίνου και την Κινεζική Ακαδημία Ιατρικών Επιστημών συνεργάστηκαν στη μελέτη μεγάλης κλίμακας China Kadoorie Biobank Study, στο πλαίσιο της οποίας συγκέντρωσαν δεδομένα από περισσότερους από 510.000 συμμετέχοντες.

Οι συμμετέχοντες (59% γυναίκες, 41% άνδρες), οι οποίοι προέρχονταν από δέκα γεωγραφικά διαφορετικές περιοχές της Κίνας και εντάχθηκαν στη μελέτη μεταξύ 2004 και 2008, δεν είχαν προηγούμενο ιστορικό καρκίνου.

Αρχικά, κάθε συμμετέχων ηλικίας 30-79 ετών συμπλήρωσε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το πόσο συχνά κατανάλωνε διάφορα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των γαλακτοκομικών προϊόντων. Στη συνέχεια, οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τους συμμετέχοντες σε τρεις ομάδες: τακτικοί καταναλωτές γαλακτοκομικών προϊόντων (τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα), μηνιαίοι καταναλωτές και άτομα που δεν κατανάλωναν ποτέ ή σπάνια γαλακτοκομικά προϊόντα (μη καταναλωτές).

Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για περίπου 11 χρόνια και οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από εθνικά μητρώα καρκίνου και θανάτου, καθώς και αρχεία ασφάλισης υγείας για να εντοπίσουν νέες διαγνώσεις καρκίνου. Οι αναλύσεις των δεδομένων έλαβαν υπόψη μια σειρά άλλων παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, όπως η ηλικία, το φύλο, η περιοχή, το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση (εκπαίδευση και εισόδημα), ο τρόπος ζωής (κατανάλωση αλκοόλ, κάπνισμα, σωματική δραστηριότητα, κατανάλωση σόγιας και πρόσληψη φρέσκων φρούτων), ο δείκτης μάζας σώματος, η χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β (καρκίνος του ήπατος) και οι γυναικείοι αναπαραγωγικοί παράγοντες (καρκίνος του μαστού).

Η μελέτη διαπίστωσε τα εξής:

– Το 11% κατανάλωνε γαλακτοκομικά προϊόντα κάθε μήνα ενώ το 69% ήταν μη-καταναλωτές. Η μέση κατανάλωση ήταν 38 γραμμάρια την ημέρα στο σύνολο του πληθυσμού της μελέτης και 81 γραμμάρια την ημέρα μεταξύ των τακτικών καταναλωτών (σε σύγκριση με μια μέση κατανάλωση περίπου 300 γραμμαρίων την ημέρα σε συμμετέχοντες από τη βρετανική βιοτράπεζα).

– Κατά τη διάρκεια της περιόδου της μελέτης καταγράφηκαν 29.277 νέες περιπτώσεις καρκίνου, με το υψηλότερο ποσοστό να αφορά τον καρκίνο του πνεύμονα (6.282 περιπτώσεις). Ακολουθεί ο καρκίνος του μαστού (2.582 περιπτώσεις), του στομαχιού (3.577), του παχέος εντέρου (3.350) και του ήπατος (3.191).

– Τα άτομα που κατανάλωναν τακτικά γαλακτοκομικά προϊόντα είχαν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ήπατος και του μαστού.

– Η τακτική κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο λεμφώματος (αν και αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό).

– Δεν βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων και του καρκίνου του παχέος εντέρου, του καρκίνου του προστάτη ή οποιουδήποτε άλλου τύπου καρκίνου που διερευνήθηκε.

Τόσο ο καρκίνος του ήπατος όσο και του μαστού συγκαταλέγονται μεταξύ των συχνότερων τύπων καρκίνου στην Κίνα, αντιπροσωπεύοντας περίπου 393.000 και 368.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου κάθε χρόνο. Αν και τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δεν αποδεικνύουν την αιτιώδη συνάφεια, υπάρχουν αρκετοί βιολογικοί μηχανισμοί που μπορούν να εξηγήσουν αυτές τις συσχετίσεις, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Η μεγαλύτερη κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων, για παράδειγμα, μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του ινσουλινόμορφου αυξητικού παράγοντα Ι (IGF-I), ο οποίος προάγει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων και έχει συσχετιστεί με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων τύπων καρκίνου. Ενδεχομένως, οι ορμόνες που υπάρχουν στο αγελαδινό γάλα όπως τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη μπορεί να επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, ενώ τα κορεσμένα και τα τρανς λιπαρά οξέα που περιέχουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του ήπατος. Για την πλειονότητα των Κινέζων που δεν παράγουν αρκετή λακτάση, τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορεί να διασπώνται σε προϊόντα που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και το μέσο επίπεδο κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κίνα παραμένει πολύ χαμηλότερο από ό,τι στις ευρωπαϊκές χώρες, έχει αυξηθεί ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες.

«Ενώ τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι μπορεί να υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της τακτικής κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων και ορισμένων μορφών καρκίνου, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν πηγή πρωτεϊνών, βιταμινών και ανόργανων συστατικών», τόνισε ο Huaidong Du, ανώτερος ερευνητής στο Oxford Population Health και ένας από τους κύριους συγγραφείς της μελέτης.

«Δεν θα ήταν συνετό να μειωθεί η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων με βάση μόνο τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης ή χωρίς να εξασφαλιστεί επαρκής πρόσληψη πρωτεϊνών, βιταμινών και ανόργανων συστατικών από άλλες πηγές», πρόσθεσε ο ερευνητής.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο «BMC Medicine».

ΠΗΓΗ: Medicalxpress

www.ertnews.gr

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν