Καθηγητής Άλκης Δερβιτσιώτης: Οι εξεταστικές επιτροπές και η αλήθεια

Καθηγητής Άλκης Δερβιτσιώτης: Οι εξεταστικές επιτροπές και η αλήθεια

Του Άλκη Ν. Δερβιτσιώτη* Κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο ήδη από τις αρχές του 2021 και μέχρι σήμερα, υποβλήθηκαν στη Βουλή των Ελλήνων προτάσεις σχετικά με τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών. Δύο τουλάχιστον από αυτές τις προτάσεις υποβλήθηκαν από βουλευτές διαφορετικών κοινοβουλευτικών ομάδων της αντιπολίτευσης. Οι εν λόγω προτάσεις διαθέτουν το πλεονέκτημα της νέας και διαφορετικής

Του Άλκη Ν. Δερβιτσιώτη*

Κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο ήδη από τις αρχές του 2021 και μέχρι σήμερα, υποβλήθηκαν στη Βουλή των Ελλήνων προτάσεις σχετικά με τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών. Δύο τουλάχιστον από αυτές τις προτάσεις υποβλήθηκαν από βουλευτές διαφορετικών κοινοβουλευτικών ομάδων της αντιπολίτευσης.

Οι εν λόγω προτάσεις διαθέτουν το πλεονέκτημα της νέας και διαφορετικής συνταγματικής ρύθμισης από την παλαιότερα ισχύουσα. Συγκεκριμένα με το Αναθεωρητικό εγχείρημα του 2019 η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 εδ. γ΄ του Συντάγματος ορίζει ότι «η Βουλή μπορεί να συνιστά δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο εξεταστικές επιτροπές, εφόσον η σχετική πρόταση δέκα τουλάχιστον βουλευτών υπερψηφισθεί από τα δύο πέμπτα του συνόλου των βουλευτών ανεξαρτήτως πλειοψηφίας».

Ανεξαρτήτως της διατύπωσης, η οποία διασπά με συζητητέο τρόπο την αρχή της πλειοψηφίας, ως καθοριστικού κανόνα που διέπει τη λήψη απόφασης από συλλογικό όργανο, είναι βέβαιο ότι δύο εξεταστικές επιτροπές σε κάθε κοινοβουλευτική περίοδο πρόκειται να συσταθούν με πρωτοβουλία των κομμάτων της αντιπολίτευσης εφόσον αυτά διαθέτουν τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών. Με άλλες λέξεις σε κάθε κοινοβουλευτική περίοδο οι κοινοβουλευτικές ομάδες των κομμάτων της αντιπολίτευσης μπορούν αν επιβάλλουν την σύσταση δύο εξεταστικών επιτροπών, εφόσον οι σχετικές προτάσεις υπερψηφισθούν από τα δύο πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ήτοι από εκατόν είκοσι (120) βουλευτές, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αντίθετη γνώμη, η οποία υποστηρίζεται από περισσότερους -των εκατόν είκοσι- βουλευτές. Η νέα διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του Συντάγματος υιοθετεί την εν πολλοίς ορθή δογματικά αντίληψη ότι οι εξεταστικές επιτροπές στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική και κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι ιδίως μέσο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου, ο οποίος ασκείται επί των πράξεων ή των παραλείψεων της κυβέρνησης.

Με τη νέα ρύθμιση επιλύθηκε ένα από τα προβλήματα που ανεφύησαν κατά το παρελθόν. Πλέον για τις δύο εξεταστικές επιτροπές δεν απαιτείται εκ του Συντάγματος να συναινεί η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ο πρωθυπουργός. Κατά το παρελθόν διαπιστώθηκε ότι η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία συναινούσε συχνά σε προτάσεις της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας για τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών. Συνήθως όμως το αντικείμενο της έρευνας διευρυνόταν χρονικά ώστε -στην καλλίτερη εκδοχή- να φωτίζονται περισσότερες λεπτομέρειες του υπό εξέταση θέματος, ή να επιδιώκεται -στην χειρότερη περίπτωση- ο συμψηφισμός των πολιτικών εντυπώσεων και ο επιμερισμός των ενδεχόμενων ευθυνών.

Οι εξεταστικές επιτροπές κατά συνταγματική ακριβολογία είναι κοινοβουλευτικά σώματα που προετοιμάζουν τις αποφάσεις της Βουλής. Καθώς ασκούν την εξεταστική αρμοδιότητα της Βουλής, οι εξεταστικές επιτροπές συστήνονται για κάθε θέμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Βουλής. Κατά νομική κυριολεξία είναι βοηθητικά όργανα της Βουλής. Υπό την ανωτέρω εκδοχή, η Βουλή δε δεσμεύεται από το πόρισμα της επιτροπής, αλλά μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά. Εξάλλου επιτρέπεται στη μειοψηφία της επιτροπής να διατυπώνει ξεχωριστά τα δικά της συμπεράσματα.

Κατά το παρελθόν έχει παρατηρηθεί η κωλυσιεργία του έργου της επιτροπής είτε από την πλειοψηφία είτε από τη μειοψηφία της επιτροπής. Επίσης παρατηρήθηκε, αν και ελάχιστες φορές, η μη υποβολή πορίσματος της επιτροπής στη Βουλή είτε λόγω αδυναμίας κατάρτισης του, είτε λόγω διάλυσης της Βουλής, η οποία συνέστησε την εξεταστική επιτροπή, και προκήρυξης εκλογών.

Η νέα ρύθμιση του άρθρου 68 παρ. 2 εδ. γ΄ του Συντάγματος διασφαλίζει τη σύσταση δύο τουλάχιστον ανεπιθύμητων στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία εξεταστικών επιτροπών. Ωστόσο η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη Βουλή παραμένει πλειοψηφία εντός της εξεταστικής επιτροπής. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ισότης των όπλων και των ευκαιριών μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας εντός της επιτροπής, είναι απαραίτητη η προσθήκη ορισμένων διατάξεων στον Κανονισμό της Βουλής ή ακόμα και η θέσπιση νόμου για τις αρμοδιότητες των εξεταστικών επιτροπών, δια των οποίων (θα) κατοχυρώνεται η διαδικαστική δυνατότητα της μειοψηφίας να επιβάλλει αφενός την εξέταση αριθμού μαρτύρων ίσου τουλάχιστον με το ένα δεύτερο αυτών που προτείνει η πλειοψηφία της επιτροπής, και αφετέρου την υπόδειξη εκ μέρους της μειοψηφίας συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων.

Ωστόσο και ανεξαρτήτως της θέσπισης των ανωτέρω η βελτίωση της λειτουργίας των εξεταστικών επιτροπών συναρτάται με το κοινοβουλευτικό ήθος και εξαρτάται ευθέως από την συνειδητοποίηση του ρόλου που καλούνται αυτές να διαδραματίσουν.

Μία θορυβώδης μειοψηφία που χρησιμοποιεί το θεσμό των εξεταστικών επιτροπών για να θηρεύσει εντυπώσεις είναι εξίσου ή ίσως και περισσότερο, βλαπτική με την επιδίωξη της πλειοψηφίας να εξουδετερώσει την προσπάθεια διευλεύκανσης των υπό έρευνα περιστατικών. Οι εξεταστικές επιτροπές δεν είναι ένα ακόμα forum όπου προβάλλονται οι διαφορετικές εκτιμήσεις των κομμάτων. Το επιδιωκόμενο στη διαδικασία των εξεταστικών επιτροπών είναι να επικρατήσει η αντικειμενικότητα και να ευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια. Οι εξεταστικές επιτροπές είναι όργανα που αποκαλύπτουν – δια της ορθής λειτουργίας τους- την πραγματικότητα.

Ο κ. Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Πηγή fantomas.gr

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν