Η ιστορία της καραντίνας [ Μέρος 2ο ]

Η ιστορία της καραντίνας  [ Μέρος 2ο ]

Η πρώτη επιβολή καραντίνας στην Αγγλία, το 1663, αφορούσε τον περιορισμό στις εκβολές του Τάμεση πλοίων με επιβάτες ή πλήρωμα που ίσως είχαν μολυνθεί με πανώλη. Στη Μασσαλία, νέα νομοθεσία το 1683 όριζε πως όλα τα άτομα ύποπτα για μόλυνση με πανώλη θα υφίσταντο καραντίνα και απολύμανση. Στα λιμάνια της Βόρειας Αμερικής, το μέτρο της

Η πρώτη επιβολή καραντίνας στην Αγγλία, το 1663, αφορούσε τον περιορισμό στις εκβολές του Τάμεση πλοίων με επιβάτες ή πλήρωμα που ίσως είχαν μολυνθεί με πανώλη. Στη Μασσαλία, νέα νομοθεσία το 1683 όριζε πως όλα τα άτομα ύποπτα για μόλυνση με πανώλη θα υφίσταντο καραντίνα και απολύμανση. Στα λιμάνια της Βόρειας Αμερικής, το μέτρο της καραντίνας εισήχθη τη δεκαετία που έγιναν προσπάθειες να ελεγχθεί ο κίτρινος πυρετός, ο οποίος εμφανίστηκε πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη και τη Βοστόνη το 1688 και το 1691, αντίστοιχα.

Σε κάποιες αποικίες, ο φόβος για επιδημία ευλογιάς, που συνέπιπτε με αφίξεις πλοίων, ώθησε τις υγειονομικές αρχές να διατάξουν υποχρεωτική απομόνωση κατ’ οίκον για άτομα που νοσούσαν.

Στις ΗΠΑ, ο νόμος περί καραντίνας, που μέχρι το 1796 επιβαλλόταν από τις Πολιτείες, επιβλήθηκε σε λιμάνια που απειλούνταν από κίτρινο πυρετό από τις Δυτικές Ινδίες. Το 1720, τα μέτρα καραντίνας εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια επιδημίας πανώλης που ξέσπασε στη Μασσαλία και αποδεκάτισε τη μεσογειακή ακτή της Γαλλίας, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία στην Αγγλία. Στην Αγγλία, ο νόμος για την επιβολή καραντίνας του 1710 επιβλήθηκε εκ νέου το 1721, το 1733 και το 1743 κατά τη διάρκεια της ολέθριας επιδημίας στη Μεσίνα της Σικελίας. Στις μεγάλες πόλεις του Λεβάντε, καθιερώθηκε ένα σύστημα στενής παρακολούθησης. Το δίκτυο, αποτελούμενο από αξιωματούχους από διάφορες χώρες, συνέδεε τα μεγάλα μεσογειακά λιμάνια της δυτικής Ευρώπης.

Χολέρα

Τον 18ο αιώνα, η εμφάνιση του κίτρινου πυρετού στα μεσογειακά λιμάνια της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας ώθησε τις κυβερνήσεις στη λήψη μέτρων, μεταξύ των οποίων και η καραντίνα. Όμως, τον 19ο αιώνα, μια άλλη μάστιγα, ακόμα πιο τρομακτική, έκανε την εμφάνισή της. Η χολέρα αναδύθηκε σε περίοδο αυξημένης παγκοσμιοποίησης χάρη στις τεχνολογικές εξελίξεις στις μεταφορές, στη δραστική μείωση της διάρκειας των ταξιδιών με τα ατμόπλοια και τους σιδηρόδρομους και την άνοδο του εμπορίου. Η χολέρα -η «ασιατική νόσος»- έφτασε στην Ευρώπη το 1830 και στις ΗΠΑ το 1832, τρομοκρατώντας τους πληθυσμούς των χωρών. Παρά την πρόοδο αναφορικά με τον εντοπισμό της αιτίας και της μετάδοσης της χολέρας, δεν υπήρξε αποτελεσματική ιατρική αντιμετώπιση.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της επιδημίας της χολέρας, η στρατηγική που ακολουθήθηκε ήταν στην ουσία ίδια με εκείνη κατά της πανώλης. Νέα λοιμοκαθαρτήρια σχεδιάστηκαν στα δυτικά λιμάνια και μια μεγάλη δομή κοντά στο Μπορντό, στη Γαλλία. Σε ευρωπαϊκά λιμάνια, απαγορευόταν η είσοδος σε πλοία προερχόμενα από πληγείσες περιοχές. Στις πόλεις, οι αρχές εφάρμοζαν κοινωνικές παρεμβάσεις και παραδοσιακά υγειονομικά εργαλεία. Για παράδειγμα, ταξιδιώτες που είχαν επαφή με κρούσματα ή προέρχονταν από πληγείσες περιοχές, έμπαιναν σε καραντίνα, και οι ασθενείς οδηγούνταν δια της βίας σε λοιμοκαθαρτήρια. Οι τοπικές αρχές προσπαθούσαν σε γενικές γραμμές να κρατούν τα περιθωριοποιημένα μέλη του πληθυσμού μακριά από τις πόλεις. Το 1836, στη Νάπολη, αξιωματούχοι απαγόρευσαν την ελεύθερη μετακίνηση σε πόρνες και ζητιάνους, που θεωρούνταν φορείς της ασθένειας, και, ως εκ τούτου, κίνδυνος για τον υγιή αστικό πληθυσμό. Αυτή η τακτική περιλάμβανε μέτρα πρωτόγνωρα, τα οποία προκάλεσαν γενικευμένο φόβο και αντίδραση.

Σε κάποιες χώρες, η αναστολή ατομικών ελευθεριών παρείχε την ευκαιρία -μέσω συγκεκριμένης νομοθεσίας- να εμποδίσουν την εκφορά αντιπολιτευτικού λόγου. Ωστόσο, το πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο διέφερε από εκείνο των προηγούμενων αιώνων. Για παράδειγμα, η αυξανόμενη επιβολή καραντίνας και απομόνωσης ερχόταν σε αντίθεση με τα δικαιώματα των πολιτών και την αυξανόμενη απαίτηση για ατομική ελευθερία που προήγαγε η Γαλλική Επανάσταση το 1789.

Στην Αγγλία, φιλελεύθεροι αναθεωρητές αντέδρασαν τόσο στην καραντίνα όσο και στον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά της ευλογιάς. Κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα, που οδήγησε σε λαϊκές εξεγέρσεις και επαναστάσεις, ένα φαινόμενο που επηρέασε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στις πολιτείες της Ιταλίας, όπου επαναστατικές ομάδες μάχονταν υπέρ της ενοποίησης και του ρεπουμπλικανισμού, η επιδημία της χολέρας προσέφερε μια δικαιολογία για αυξημένη αστυνομοκρατία (για παράδειγμα με την επιβολή υγειονομικών μέτρων).

Στα μέσα του 19ου αιώνα, ένας αυξανόμενος αριθμός επιστημόνων και αξιωματούχων της υγείας υποστήριζαν πως ο αποκλεισμός περιοχών και η καραντίνα πλοίων και επιβαινόντων δεν είχαν αποτέλεσμα ενάντια στη χολέρα. Αυτά τα παρωχημένα μέτρα βασίζονταν στην ιδέα ότι η νόσος εξαπλωνόταν μέσω της μετάδοσης μικροβίων από άτομο σε άτομο ή από μολυσμένα ρούχα και αντικείμενα. Η συγκεκριμένη θεωρία αιτιολογούσε τη αυστηρότητα των μέτρων ενάντια στη χολέρα. Επιπλέον, είχαν δει αποτελέσματα από την εφαρμογή τους κατά της πανώλης. Η διάρκεια της καραντίνας (σαράντα μέρες) ξεπερνούσε την περίοδο επώασης του βακίλου της πανώλης, παρέχοντας επαρκή χρόνο για τον θάνατο των μολυσμένων ψύλλων που απαιτούνταν για τη μετάδοση της ασθένειας και του αιτιολογικού παράγοντα της πανώλης του βάκιλου του Γερσίν.

Ωστόσο, η καραντίνα δεν είχε σχεδόν κανένα αποτέλεσμα ως βασική μέθοδος αποτροπής του κίτρινου πυρετού ή της χολέρας. Ο ορισμός θαλάσσιων υγειονομικών ζωνών μπορούσε να έχει αποτελέσματα στην προστασία μόνο μικρών νησιών. Κατά τη διάρκεια της τρομερής επιδημίας της χολέρας (1835-1836), η Σαρδηνία ήταν η μόνη περιοχή της Ιταλίας που δεν χτυπήθηκε από την επιδημία χολέρας, χάρη στην επιτήρηση ενόπλων που είχαν διαταγές να εμποδίζουν δια της βίας οποιοδήποτε πλοίο επιχειρούσε να αποβιβάσει άτομα ή εμπόρευμα στην ακτή.

Όσοι δεν πίστευαν στη μεταδοτικότητα της χολέρας μέσω της άμεσης επαφής (anticontagionists) αντιδρούσαν στην καραντίνα και διατείνονταν πως ήταν απομεινάρι του παρελθόντος, άχρηστο και επιβλαβές για το εμπόριο. Διαμαρτύρονταν πως η ελεύθερη μετακίνηση ταξιδιωτών παρεμποδιζόταν από απομονωμένες υγειονομικές ζώνες και συνοριακούς ελέγχους, που περιλάμβαναν υποκαπνισμό και απολύμανση των ρούχων.

Επιπλέον, η καραντίνα έδινε μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας, που ήταν επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία επειδή οι πολίτες επαναπαύονταν και δεν έπαιρναν τις σωστές προφυλάξεις. Οι διαφωνίες σχετικά με την επιβολή της καραντίνας εμπόδιζε τον διεθνή συντονισμό και τη συνεργασία. Η συζήτηση μεταξύ επιστημόνων, αξιωματούχων της Υγείας, διπλωμάτες και κυβερνήσεις διάρκεσε δεκαετίες, όπως συνάγεται από τις συζητήσεις στα Διεθνή Συνέδρια Υγιεινής, ειδικά μετά την ολοκλήρωση της διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ (1869), η οποία θεωρήθηκε πύλη για ασθένειες της Ανατολής.

Παρά τις διάχυτες αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της καραντίνας, οι τοπικές αρχές ήταν απρόθυμες να εγκαταλείψουν την ασφάλεια των παραδοσιακών τακτικών που αποτελούσαν αντίδοτο στον πανικό του πληθυσμού, ο οποίος, σε συνθήκες σοβαρής επιδημίας, μπορούσε να προκαλέσει χάος και να αποτελέσει κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.

Η ιστορία της καραντίνας (Μέρος 1ο)

ΠΗΓΗ:Lessons from the History of Quarantine, from Plague to Influenza A
Εουτζένια Τονιότι (Εugenia Tognotti)

www.ertnews.gr

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν