Η ιστορία της καραντίνας [ Μέρος 1ο]

Η ιστορία της καραντίνας [ Μέρος 1ο]

Από την εποχή της μαύρης πανώλης και τα πρώτα ξεσπάσματα της χολέρας, μέχρι την ισπανική γρίπη-που σκότωσε περίπου πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο μετά το Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- και την πανδημία της νόσου Covid-19, η χρήση της καραντίνας αποδεικνύεται το πιο παλιό, ισχυρό όπλο για τη δημόσια υγεία. Η καραντίνα (από την ιταλική

Από την εποχή της μαύρης πανώλης και τα πρώτα ξεσπάσματα της χολέρας, μέχρι την ισπανική γρίπη-που σκότωσε περίπου πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο μετά το Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- και την πανδημία της νόσου Covid-19, η χρήση της καραντίνας αποδεικνύεται το πιο παλιό, ισχυρό όπλο για τη δημόσια υγεία.

Η καραντίνα (από την ιταλική λέξη «quaranta», που σημαίνει «σαράντα») υιοθετήθηκε ως υποχρεωτικό μέτρο διαχωρισμού ατόμων, ζώων και αγαθών που ίσως είχαν εκτεθεί σε μεταδοτική ασθένεια. Από τον 14ο αιώνα, η καραντίνα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της συντονισμένης στρατηγικής για τον περιορισμό νόσων και περιλαμβάνει απομόνωση, αποκλεισμό περιοχών, πιστοποιητικά υγειονομικού ελέγχου πλοίων, υποκαπνισμό, απολύμανση και την επιβολή περιορισμών στις ομάδες ατόμων που θεωρούνταν υπεύθυνες για την εξάπλωση της λοίμωξης.

Πανώλη

Οι πρώτες οργανωμένες θεσμικές αντιδράσεις για τον έλεγχο των ασθενειών σημειώθηκαν κατά την επιδημία της πανώλης τα έτη 1347-1352. Αρχικά, η πανώλη μεταδόθηκε από ναύτες, ποντίκια κι εμπορεύματα που έφτασαν στη Σικελία από την ανατολική Μεσόγειο. Γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλη την Ιταλία, αποδεκατίζοντας τους πληθυσμούς ισχυρών πόλεων-κρατών όπως η Φλωρεντία, η Βενετία και η Γένοβα.

Ο λοιμός στη συνέχεια μεταφέρθηκε από λιμάνια της Ιταλίας σε λιμάνια της Γαλλίας και της Ισπανίας. Από τη βορειοανατολική Ιταλία, η πανώλη διέσχισε τις Άλπεις και πρόσβαλε πληθυσμούς στην Αυστρία και την κεντρική Ευρώπη. Προς το τέλος του 14ου αιώνα, η επιδημία είχε περιοριστεί αλλά δεν είχε εξαφανιστεί. Για τα επόμενα 350 χρόνια, σημειώνονταν επιδημικές εξάρσεις πνευμονικής και σηψαιμικής πανώλης σε διάφορες πόλεις.

Η ιατρική ήταν αδύναμη απέναντι στην πανώλη. Ο μόνος τρόπος να μην μολυνθεί κάποιος ήταν η αποφυγή επαφής με νοσούντες και μολυσμένα αντικείμενα. Έτσι, κάποιες πόλεις-κράτη απαγόρευαν σε ξένους να εισέλθουν στις πόλεις, ειδικά σε εμπόρους και μειονότητες, όπως Εβραίους ή άτομα με λέπρα. Κατά μήκος εμπορικών οδών και σε σημεία εισόδου σε πόλεις ορίζονταν ζώνες υγειονομικής προστασίας, τις οποίες επέβλεπαν ένοπλοι φύλακες. Η παραβίαση τιμωρούνταν με θανατική ποινή. Για την εφαρμογή αυτών των μέτρων ήταν απαραίτητη η ταχύτατη, αποφασιστική δράση των αρχών, που συνοδευόταν από άμεση κινητοποίηση δυνάμεων καταστολής. Αρχικά, ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ υγιών και νοσούντων ατόμων γινόταν μέσω της χρήσης αυτοσχέδιων καταυλισμών.

Καραντίνα εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1377 στο Ντουμπρόβνικ, στις Δαλματικές Ακτές της Κροατίας, και το πρώτο νοσοκομείο για πανώλη («λαζαρέτο», λοιμοκαθαρτήριο) ιδρύθηκε από τη Βενετική Δημοκρατία το 1423 στο μικρό νησί Σάντα Μαρία ντι Νάζαρετ. Το λοιμοκαθαρτήριο αποκαλούνταν «Ναζαρέτουμ» ή «Λαζαρέτουμ», λόγω της ομοιότητας της λέξης «λαζαρέτο» με το βιβλικό όνομα «Λάζαρος».

Το 1467, η Γένοβα υιοθέτησε το σύστημα της Βενετίας και το 1476 στη Μασσαλία, στη Γαλλία, ένα νοσοκομείο για άτομα με λέπρα μετατράπηκε σε λοιμοκαθαρτήριο. Τα λοιμοκαθαρτήρια βρίσκονταν μακριά από κατοικημένες περιοχές, για να αποτραπεί η εξάπλωση των ασθενειών, όμως σε τέτοια απόσταση ώστε να είναι εφικτή η μεταφορά εκεί των νοσούντων. Όπου ήταν δυνατόν, τα «λαζαρέτο» διαχωρίζονταν από την πόλη από ένα φυσικό σύνορο, όπως τη θάλασσα ή κάποιο ποτάμι. Όταν δεν υπήρχαν φυσικά σύνορα, γύρω από το λοιμοκαθαρτήριο κατασκεύαζαν τάφρο.

Καραντίνα. Κοιτώνας γυναικών. Σύνορα Γαλλίας-Ιταλίας κατά τη διάρκεια της επιδημίας της χολέρας 1865-1866

Στα λιμάνια, τα «λαζαρέτο» αποτελούνταν από κτίρια όπου απομονώνονταν επιβάτες και πληρώματα πλοίων που είχαν μολυνθεί από πανώλη ή υπήρχε υποψία πως είχαν μολυνθεί. Τα εμπορεύματα εκφορτώνονταν σε καθορισμένα κτίρια. Η διαδικασία του καθαρισμού των διαφόρων προϊόντων περιγραφόταν με κάθε λεπτομέρεια. Τα προϊόντα που θεωρούνταν πιο πιθανόν να μεταδώσουν την ασθένεια ήταν το μαλλί, τα νήματα, τα υφάσματα, το δέρμα, οι περούκες και τα σκεπάσματα. Τα αγαθά αερίζονταν συνεχώς, το κερί και τα σφουγγάρια βυθίζονταν σε τρεχούμενο νερό επί 48 ώρες.

Ο λόγος για τον οποίο ορίστηκε η περίοδος των σαράντα ημέρων ως απαραίτητη για την αποφυγή μόλυνσης δεν είναι γνωστός. Ίσως είχε σχέση με τις θεωρίες του Ιπποκράτη αναφορικά με τις οξείες ασθένειες.

Σύμφωνα με άλλη εκτίμηση, ο αριθμός των ημερών συνδεόταν με τη θεωρία των αριθμών του Πυθαγόρα. Ο αριθμός «4» έχει ειδική σημασία. Σαράντα ημέρες ήταν η περίοδος της δοκιμασίας του Ιησού στην έρημο. Σαράντα ημέρες θεωρούνταν η απαραίτητη περίοδος για την καταπολέμηση του «μολυσμένου αέρα» από σώματα και αγαθά, μέσω της απομόνωσης, του υποκαπνισμού και της απολύμανσης. Στους αιώνες που ακολούθησαν, το σύστημα της απομόνωσης βελτιώθηκε.

Σε συνδυασμό με το λεβαντίνικο εμπόριο, το επόμενο βήμα για τη μείωση της εξάπλωσης της νόσου ήταν η χορήγηση πιστοποιητικών της υγειονομικής κατάστασης των λιμανιών προέλευσης των πλοίων. Μόλις ενημερώνονταν για νέο ξέσπασμα της πανώλης στην ανατολική Μεσόγειο, τα λιμάνια της Δύσης δεν δέχονταν πλοία που έφταναν από πληγείσες περιοχές.

Η πρώτη πόλη που τελειοποίησε σύστημα θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης ήταν η Βενετία, η οποία, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης, ήταν εκτεθειμένη. Κατά την άφιξή τους, τα ύποπτα πλοία έφεραν σημαία ορατή από τον πύργο της εκκλησίας του Αγίου Μάρκου. Ο καπετάνιος μεταφερόταν με βάρκα στο γραφείο του αρμόδιου ειρηνοδίκη και παρέμενε σε χώρο όπου μιλούσε πίσω από παράθυρο. Έτσι, η συζήτηση γινόταν από απόσταση ασφαλείας. Αυτή η προφύλαξη βασιζόταν σε μια λανθασμένη υπόθεση (ότι ο «μολυσμένος αέρας» μετέδιδε όλες τις μεταδοτικές ασθένειες). Ωστόσο, αυτή η προφύλαξη όντως απέτρεπε την απευθείας μετάδοση από άτομο σε άτομο μέσω εισπνοής μολυσμένων σταγονιδίων αερολύματος.

Ο καπετάνιος έπρεπε να προσκομίσει αποδείξεις για την υγεία ναυτών και επιβατών και να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την προέλευση του εμπορεύματος. Εάν υπήρχε υποψία μόλυνσης στο πλοίο, ο καπετάνιος λάμβανε εντολή να προχωρήσει στον σταθμό καραντίνας, όπου επιβάτες και πλήρωμα απομονώνονταν και το πλοίο υπόκειντο σε ενδελεχή υποκαπνισμό και φυλαγόταν επί σαράντα μέρες. Αυτό το σύστημα το χρησιμοποιούσαν οι ιταλικές πόλεις, και αργότερα υιοθετήθηκε και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

ΠΗΓΗ:Lessons from the History of Quarantine, from Plague to Influenza A
Εουτζένια Τονιότι (Εugenia Tognotti)

www.ertnews.gr

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν