Ροή ειδήσεων

Η επόμενη μέρα για τα δάση που έγιναν στάχτη: Τι λένε οι ειδικοί για αναδασώσεις, αλλαγές χρήσης γης και το μέλλον των δασών (video)

Της Ελβίρας Κρίθαρη

Το οικολογικό αποτύπωμα που αφήνουν πίσω οι καταστροφικές πυρκαγιές του Αυγούστου είναι τεράστιο αλλά όχι μη αναστρέψιμο -αρκεί η διαχείριση των δασικών εκτάσεων που κάηκαν να είναι οργανωμένη, ολοκληρωμένη και συνεχής, λένε οι ειδικοί.

Ομάδες πολιτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκφράζουν την ανάγκη για άμεση επέμβαση και αναδασώσεις, ενώ εμφανίζονται διατεθειμένοι να αναλάβουν πρωτοβουλίες δενδροφύτευσης. Ωστόσο, μέλη περιβαλλοντικών οργανώσεων προειδοποιούν για κινδύνους που ελλοχεύουν σε αυθόρμητες και μη μελετημένες ενέργειες αποκατάστασης.

Στην ΕΡΤ μίλησαν οι δασολόγοι και ερευνητές του Ινστιτούτου Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, Γαβριήλ Ξαννθόπουλος και Γιώργος Καρέτσος, απατώντας στα ερωτήματά μας για την επόμενη ημέρα των δασών που έγιναν στάχτη, τις αναδασώσεις και την επιλογή των κατάλληλων δέντρων αλλά και για τις πυρκαγιές του μέλλοντός μας υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης.  Επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η φύση διαθέτει μηχανισμούς αποκατάστασης αρκεί να μην δέχεται συνεχείς και ολοκληρωτικά καταστροφικές πιέσεις.

Πότε πρέπει να γίνονται οι αναδασώσεις και τι πρέπει να προσέξουμε

Οι αναδασώσεις δεν είναι πανάκεια και δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν στις περιπτώσεις που η φύση μπορεί να αναγεννηθεί μόνη της. Σύμφωνα με τον Δρ. Γαβριήλ Ξανθόπουλο, «τις καμένες εκτάσεις φροντίζει η φύση να τις αναδασώσει, όπως έκανε με τη μεγάλη πυρκαγιά του 1977, που ήταν η πρώτη τόσο μεγάλη πυρκαγιά στα χρόνια της δασικής υπηρεσίας και η οποία έκαψε το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που κάηκε τώρα στην Εύβοια».

Τα ώριμα δασικά οικοσυστήματα, λένε οι ειδικοί, διαθέτουν επαρκείς μηχανισμούς αναγέννησης. «Όταν έχουμε ένα ώριμο δάσος που μπορεί να παράγει καρπούς δεν χρειάζεται να κάνουμε επεμβάσεις αναδασώσεων, διότι υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός σπερμάτων στο έδαφος αμέσως μετά τη φωτιά. Τα πευκοδάση αυτής της χαμηλής ζώνης παράγουν πολύ μεγάλο αριθμό σπερμάτων, δεν καταστρέφονται», λέει στην ΕΡΤ ο Γιώργος Καρέτσος. «Τα κουκουνάρια δεν καίγονται με τη φωτιά, καψαλίζονται εξωτερικά και υπάρχει ένας μηχανισμός ευφυής από τη φύση ώστε να ανοίγουν αμέσως μετά τη φωτιά και να υπάρχει πλήρης διασκορπισμός των σπερμάτων στο έδαφος. Άρα λοιπόν, αναμένουμε το επόμενο φθινόπωρο και χειμώνα να έχουμε μια ικανοποιητική φυσική αναγέννηση. Για να επέμβουμε με αναδασώσεις ή όχι σε μια περιοχή θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο χρόνια ώστε να έχουμε μια εικόνα της φυσικής δυνατότητας αποκατάστασης», τονίζει.

Σύμφωνα με τον Γαβριήλ Ξανθόπουλο: «Η φυσική αναγέννηση θα μας έρθει δωρεάν. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι για μερικά χρόνια να την προστατέψουμε από τη βόσκηση. Εάν υπάρχουν περιοχές που έχουμε φόβο ότι θα υπάρξει υπερβόσκηση, εκεί πρέπει να παρέμβουμε  με το μέγιστο της προσοχής. Διότι αυτό που η φύση θα μας δώσει απλόχερα, το πέρασμα ενός κοπαδιού για ένα διήμερο θα ξηλώσει όλη αυτή την προσπάθεια της φύσης και μπορεί ο τόπος να μείνει γυμνός και να οδηγηθούμε σε ερημοποίηση».

«Έχουν γίνει πολλές αναδασώσεις από διάφορους οργανισμούς περιλαμβανομένων και σχολείων», επισημαίνει ο Ξανθόπουλος. «Έχουν ένα πολύ θετικό πρόσημο αυτές για την προσπάθεια ευαισθητοποίησης του πληθυσμού. Όμως αυτό δεν πρέπει να γίνεται τυφλά, πρέπει να γίνεται με γνώση. Οι σωστές αναδασώσεις σε μεγάλη έκταση με σωστή φύτευση με σωστή επιλογή ειδών μπορεί να γίνει από τη δασική υπηρεσία ή τους ανθρώπους που θα επιλέγει η ίδια».

Τι θα συμβεί με τα δάση της Ηλείας, Εύβοιας και Αττικής

«Η φύση φροντίζει να αναγεννήσει. Το αν θα αναγεννήσει αυτές τις περιοχές που κάηκαν στην Ηλεία, οι οποίες κάηκαν το 2007 και κάποιες από αυτές ξανακαίγονται τώρα, αυτό είναι λίγο οριακό διότι περίπου χρειάζονται 14 χρόνια μετά την προηγούμενη φωτιά για να προλάβει να μεγαλώσει το δάσος να βγάλει σπόρους αρκετούς ώστε να είναι εξασφαλισμένη η φυσική αναγέννηση», επισημαίνει ο Γαβριήλ Ξανθόπουλος. «Με δεδομένο όμως ότι και η Εύβοια και η Ηλεία είναι χώροι με αρκετή υγρασία και με καλές συνθήκες για την αναγέννηση θέλω να ελπίζω ότι και στις δύο περιπτώσεις η φυσική αναγέννηση θα είναι εξασφαλισμένη».

Τα μεσογειακά δάση, και ειδικά αυτά της Χαλέπιου Πεύκης είναι εκείνα που αναγεννώνται σχετικά εύκολα. Υπάρχουν όμως και είδη δέντρων, όπως η ελάτη, που έχουν διαφορετική συμπεριφορά. Σύμφωνα με τον Γαβριήλ Ξανθόπουλο, «στην Πάρνηθα και εξαιτίας των ελαφιών, δεν έχουμε την αναγέννηση που θα θέλαμε να έχουμε  στην ελάτη και γι αυτό ήταν και το μεγαλο άγχος μην καεί και το υπόλοιπο ελατοδάσος σε αυτή τη φωτιά».

«Στην Αττική τα δάση που καήκαν ήταν ώριμα δάση, είχαν καεί ξανά το 1988 περίπου στην ίδια έκταση υπήρχε καταστροφή και τότε, έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια τα δέντρα είναι ώριμα, έχουν αρκετά κουκουνάρια οπότε μπορούν να δώσουν ικανοποιητικό αριθμό σπερμάτων και κατά την άποψή μου μάλλον δεν θα χρειαστεί να κάνουμε τεχνητές αναδασώσεις», καταλήγει ο Γιώργος Καρέτσος.

Είναι τα πεύκα το κατάλληλο είδος για τα δικά μας δασικά οικοσυστήματα;

Η άποψη ότι τα πεύκα είναι «βόμβες πυρκαγιάς» και δεν είναι κατάλληλα για τα δασικά οικοσυστήματα της Ελλάδας έχει εκφραστεί από μερίδα πολιτών, ακόμα και ειδικών, ωστόσο οι δασολόγοι που μιλάνε στην ΕΡΤ επισημαίνουν πως η εντύπωση αυτή είναι εσφαλμένη.

«Κατ αρχήν δεν έχουμε πάρα πολλές δυνατότητες επιλογής, η φύση η ίδια διαλέγει το πεύκο συνήθως και αναγεννάται με αυτό γιατί αυτό είναι το ζιζάνιο που επικρατεί μετά από κάποια φωτιά. Είναι το είδος το οποίο είναι εξειδικευμένο στις φωτιές», λέει ο Γιώργος Καρέτσος.

Η Αττική της αρχαιότητας είχε πληθώρα δρυών και σήμερα ορισμένα μεμονωμένα δέντρα, ως γίγαντες του παρελθόντος, απομένουν για να θυμίζουν αυτό το παλιό δασικό οικοσύστημα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γιώργο Καρέτσο, «το έδαφος το οποίο έχουμε πλέον σήμερα να καλλιεργήσουμε κυρίως τα δασικά εδάφη είναι εξαιρετικά φτωχό, δεν μπορεί να στηρίξει απαιτήσεις αυτών των πλατυφύλλων δρυοδασών, για παράδειγμα επειδή έχει διαβρωθεί από τα νερά της βροχής. Σήμερα έχουμε ένα έδαφος μερικών εκατοστών και από κάτω υπάρχει το μητρικό πέτρωμα. Που σημαίνει ότι τα εδάφη μας δεν είναι αρκετά γόνιμα για να μπορέσουν να στηρίξουν μια βλάστηση πλατυφύλλων».

«Υπάρχουν είδη τα οποία μπορούμε να τα βάλουμε στον κήπο μας αν θέλουμε για να είναι λιγότερο εύφλεκτος κοντά στο σπίτι μας. Μπορεί να βάλει κάποιος μία λεύκη άμα θέλει ή να βάλει ένα πλατάνι ή να βάλει κάτι άλλο το οποίο ζητάει νερό. Αλλά μπορούμε να το ποτίζουμε εκεί. Εκεί που δεν μπορούμε να το ποτίζουμε, εκεί έχουμε πολύ μεγάλο θέμα να νομίζουμε ότι μπορούμε να υποκαταστήσουμε το πεύκο. Δεν είναι πανάκεια να αλλάξω είδος. Ακούγονται ιστορίες για ακακίες κλπ -τρελές ιστορίες. Αυτοί που τα λένε δεν καταλαβαίνουν την οικολογία του δάσους. Δεν είναι το δάσος, ο κήπος μας», καταλήγει ο Γαβριήλ Ξανθόπουλος.

Η σημασία του τοπικού σπόρου

Κατά το παρελθόν οι δασικές υπηρεσίες διατηρούσαν φυτώρια όπου φυλάσσονταν τοπικοί σπόροι. Η διαχρονική υποβάθμιση των δασικών υπηρεσιών μείωσε τις δυνατότητες των δημόσιων φυτωρίων, τη στιγμή που η σημασία τους είναι πιο κρίσιμη από ποτέ.

«Η δασική υπηρεσία διατηρούσε τουλάχιστον 50 φυτώρια σε όλο τον ελλαδικό χώρο, τώρα λειτουργούν ελάχιστα και με πολύ μικρή παραγωγικότητα», λέει ο Γιώργος Καρέτσος. «Δεν υπάρχουν άνθρωποι να τα στελεχώσουν, να δουλέψουν τα μηχανήματα, να κάνει την εκκόκιση, τον καθαρισμό, κ.ο.κ., με αποτέλεσμα το παραγώμενο φυτευτικό υλικό να μην υπάρχει. Υπάρχουν κάποια ιδιωτικά φυτώρια τα οποία είναι μικρής δυναμικότητας και δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της χώρας. Οι ιδιώτες φυτωριούχοι φέρνουνε φυτά κυρίως από χώρες του εξωτερικού. Σήμερα όμως θεωρούμε -είναι και αρχή της οικολογίας- ότι δεν μπορούμε να καταστρέφουμε την τοπική γενετική βιοποικιλότητα μεταφέροντας άλλα είδη, έστω συγγενή, για να τα φυτεύουμε σε περιοχές που πρέπει να αναδασωθούν. Άρα λοιπόν θα πρέπει ο σπόρος να συλλέγεται από οικοσυστήματα που έχουν καταστραφεί στο παρελθόν και να κρατιέται μια παρακαταθήκη».

«Ο κόσμος προφανώς μέσα από την ευαισθησία που δημιουργείται μετά από μια τόσο μεγάλη καταστροφή και από μόνος του προσπαθεί πολλές φορές να υποκαταστήσει την Πολιτεία στην προσπάθεια αναγέννησης και ανασυγκρότησης αυτών των περιοχών. Η αντιμετώπιση όμως των αναδασώσεων με έναν τρόπο που κάθε πολίτης μπορεί να πάει να πάρει κάποια φυτά να τα αγοράσει ή ο ίδιος να τα αναπαράγει με κάποιον τρόπο και να πάει να τα φυτέψει, δεν είναι λύση. Υπάρχουν τα λεγόμενα φυτά εισβολείς που είναι και χωροκτητικά και δεν ξέρουμε τι πρόβλημα θα δημιουργήσουν. Θα πρέπει το υλικό που θα επιλεγεί να είναι από τις κατεστραμμένες περιοχές ή από γειτονικές», καταλήγει ο Γιώργος Καρέτσος.

Το αφήγημα των ανεμογεννητριών

Έντονη είναι και η ανησυχία των πολιτών σχετικά με την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στις περιοχές που κάηκαν. Μάλιστα, ορισμένοι φαίνεται να πιστεύουν ότι πίσω από τις φωτιές κρύβονται σχέδια εγκατάστασης ανεμογεννητριών. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αυτό δεν ισχύει.

«Πολλοί Έλληνες πολίτες σήμερα μπροστά σε αυτή την καταστροφή που παρακολουθούνε σκέφτονται-αναρωτιούνται αν έχει σαν στόχο ή αν θα έχει σαν αποτέλεσμα την αλλαγή χρήσεων γης στις περιοχές που κάηκαν», λέει ο Γαβριήλ Ξανθόπουλος. «Κάνουμε κάθε τι να προστατεύσουμε από αλλαγές χρήσης γης σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτά τα οποία πρέπει να προστατευτούνε και αυτό συμβαίνει αν έχουμε μια σωστή δασική υπηρεσία και έλεγχο σε όλα τα επίπεδα. Η νομοθεσία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως π.χ. με τις ανεμογεννήτριες, προβλέπει συγκεκριμένα βήματα και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Και αυτές δεν αλλάζουν όταν θα καεί μια περιοχή, αντίθετα κηρύσσεται αναδασωτέα και προστατεύεται έτι περαιτέρω».

«Και βέβαια ας είμαστε πραγματιστές: εάν χρειαζόμαστε κάποια πράγματα να αλλάξουν σαν λογική και συμφωνούμε σε αυτό σαν κοινωνία, με συγκεκριμένα κριτήρια, με συγκεκριμένη αιτιολόγηση, να το κάνουμε. Αλλά να είναι ίσο προς όλους», τονίζει ο Ξανθόπουλος.

Το μέλλον των δασών υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης

Οι πρόσφατες πυρκαγιές ήταν από τις εντονότερες που έχουμε ζήσει τα τελευταία 50 χρόνια, σύμφωνα με τους ειδικούς -και αυτό δεν είναι άσχετο με την κλιματική αλλαγή. Η φυσιογνωμία της μεσογειακής βλάστησης αναμένεται να αλλάξει, πλησιάζοντας την ερημοποίηση, αν δεν παρθούν μέτρα.

«Προφανώς είναι ένα φαινόμενο που συνδυάζεται με τη φύση της χώρας μας, με έντονα θερμά και ξηρά καλοκαίρια. Οι πυρκαγιές θα συμβαίνουν πάντα σε αυτόν τον χώρο οπότε θα πρέπει να διατηρούμε πάντα ένα μηχανισμό ώστε να συμβιώνουμε με τις φωτιές. Αυτό το οποίο ήταν η εξαίρεση μέχρι το 2030 ή 2040 θα είναι ένα στα δύο χρόνια, με την άνοδο της προβλεπόμενης θερμοκρασίας.», λέει ο Γιώργος Καρέτσος.

Σύμφωνα με τον Γαβριήλ Ξανθόπουλο, «εδώ και 10 περίπου χρόνια οι άνθρωποι που μελετούν τα μοντέλα για το πώς θα αλλάξει το κλίμα στο μέλλον κάτω από τις υπόλοιπες συνθήκες που αλλάζουν (όπως τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα) έχουν πει είναι ότι αυτό που ήταν εξαίρεση, μέχρι το 2040 θα επαναλαμβάνεται ανά δύο χρόνια. Είναι μία περίπτωση η φετινή που δείχνει μια επανάληψη συνθηκών που είχαμε το 2007. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι και τα μέτρα που θα πάρουμε για να σταματήσουμε την κλιματική αλλαγή σαν παγκόσμια κοινότητα, θα είναι πολύ σημαντικό να τα ακολουθήσουμε στη χώρα μας και να τα πιστέψουμε και να δουλέψουμε σε αυτά».

Και συνεχίζει: «Ένας από τους τρόπους με τους οποίους η κλιματική αλλαγή θα βρει την έκφανσή της και θα αλλάξει τη βλάστηση του νότου της Μεσογείου πλησιάζοντάς την πιο πολύ στα ερημικά περιβάλλοντα της Αφρικής, θα είναι οι πυρκαγιές. Δηλαδή, αν καεί κάτι και έχει προχωρήσει η κλιματική αλλαγή, δεν θα υπάρχει αναγέννηση ειδών. Βλάστηση που είναι από την Κρήτη θα φτάσει να φύεται στη Θεσσαλία».

Το αίτημα των δασολόγων ως λύση για την αποκατάσταση των καμένων δασών

«Αντιλαμβάνεστε ότι οι πυρκαγιές που συμβαίνουν σε αυτή την έκταση δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της κλιματικής αλλαγής αλλά είναι και αποτέλεσμα μια σειράς δραστηριοτήτων που η διαχείρισή τους σήμερα δεν υφίσταται», λέει ο Γιώργος Καρέτσος. «Η δασική υπηρεσία που διαχειρίζεται αυτόν τον χώρο έχει υποστελεχωθεί συστηματικά εδώ και κάποιες δεκαετίες. Είναι αίτημα όλων των δασολόγων. Παρότι έχουν υποσχεθεί διαδοχικά οι κυβερνήσεις ότι θα στελεχώσουν την δασική υπηρεσία, δεν το έχουν κάνει. Πρέπει να φτιάξουμε αύριο κιόλας τους δασικούς χάρτες. Οι δασικοί χάρτες διασφαλίζουν την προστασία της δημόσιας περιουσίας».

Ο Γαβριήλ Ξανθόπουλος υπερθεματίζει: «Ένα δάσος το οποίο θα το εγκαταστήσουμε ή θα το εγκαταστήσει η φύση με φυσική αναγέννηση πρέπει να το συντηρήσουμε, να το διαχειριστούμε. Αν δεν το κάνουμε αυτό, η φωτιά θα έρθει αργά ή γρήγορα. Άρα χρειαζόμαστε μια σωστή δασική υπηρεσία, στελεχωμένη, γιατί τα τελευταία στελέχη σε λίγο θα φύγουν με συντάξεις. Πρέπει λοιπόν να στελεχωθεί σωστά, να ενισχυθεί με μέσα και με χρήματα για να μπορεί να σηκώσει το θέμα της δασικής διαχείρισης».

www.ertnews.gr

Check Also

ΕΚ: Σταδιακή κατάργηση της χρήσης των ζώων στην έρευνα

Σχέδιο δράσης σε επίπεδο ΕΕ με φιλόδοξους και εφικτούς στόχους καθώς και χρονοδιαγράμματα για τη …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *